Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

«Τα ντουφέκια της απόγνωσης» του Γιάννη Ανδρικόπουλου

 

Οι χειμώνες με βρίσκουν αιωρούμενο
ανάμεσα σε ξεφτισμένους πάπυρους,
ανεξιχνίαστων ιστορικών αρχείων
και δίπλα σ’ αγάλματα
βουλιαγμένων πολιτειών.
Φυτεύω στον κόρφο σου κάθε Γενάρη
κλώνους μυγδαλιάς,
για να κρατήσω παντοτινή την άνοιξη,
για να παραμείνω το εαρινό σου καταφύγιο,
να διατηρηθεί αυθεντικό το είδωλό σου
στον καθρέφτη της αυταρέσκειας,
για να σταματήσω το βουβό κλάμα
των ναυαγισμένων σπιτιών σου…
Τους χειμώνες που επιστρέφουν οι βροχές
και πνίγονται στα λασπόνερα
οι κορδέλες των ουράνιων τόξων,
ξοδεύω τις σοδειές των ονείρων μου,
έγκλειστος φυλακών μ’ ανεκπλήρωτους πόθους,
κι όλο προτάσσω το γυμνό στέρνο μου
στα οργισμένα ντουφέκια της απόγνωσης…

Κάθε πρωί έξω από το πορτόφυλλό μου
σκύβω και μαζεύω στις χούφτες μου,
τα κουρέλια του προδομένου μας ουρανού
τα ψίχουλα του Ήλιου που ζητιανεύει
μια καθαρή γούρνα νερού να ξεδιψάσει,
τα συντρίμμια της παιδικής χελιδονοφωλιάς…
Κάποιος νυχτερινός διαρρήκτης
πήρε κι έφυγε σ’ άλλες πολιτείες
τους καταρράχτες των τραγουδιών,
τις δροσερές ορθρινές καμπάνες,
το φεγγάρι που λάγνο πλάγιαζε
στις λευκές κλίνες των παρθένων
κι έπλεκε κοτσίδες τις ελπίδες τους.
Τώρα που μ’ εγκατέλειψαν σε τόση ερημιά,
τι νόημα έχει να μείνω
σ’ αυτή τη νεκρή πολιτεία
που κάθε νύχτα τουφεκάει στην καρδιά μου;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου