Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Κριτικό σημείωμα για την Ποιητική συλλογή «ΣΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ» του Χρήστου Δ. Μοσχονά



 «ΣΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ», λέγεται η καινούργια ποιητική συλλογή του Χρήστου Διονυσίου Μοσχονά που εκδόθηκε από τις εκδόσεις: print now  στο Μεσολόγγι.
Ο ποιητής βγαίνει σεργιάνι στις ομορφιές τού τόπου του κάνοντας έντονη χρήση της Μεσολογγίτικης ντοπιολαλιάς και με δεκαπεντασύλλαβο  στίχο φέρνει μπροστά μας το χθες  σαν να ζει στο σήμερα, τέρποντας και δημιουργώντας απάγκιο κι ανάβρα ψυχής. Οι θύμησες ανεβαίνουν και ξεχειλίζουν ως το καϊμάκι του καφέ αφήνοντας φορές πικράλμυρη κι άλλες φορές γλυκή τη γεύση της νοσταλγίας. Σαν σε μυσταγωγία το μολύβι αποτυπώνει σκέψης σιωπής που ηχούν με ατέλειωτα τικ τακ στου χρόνου το ρολόι. «Η ψυχή  του ηύρε την αφορμή να πάει προς τα πίσω στων χρόνων της τα βήματα κι ας βάδιζαν μπροστά της» κεντώντας με χρώματα κι αρώματα του τότε. Μα ο πανδαμάτορας χρόνος τίποτα δεν αφήνει  απείραχτο. Πονάει γι αυτά που άφησε σε άνθιση και τ’ αντικρίζει ξεχασμένα και ρημαγμένα:

«Αλιά! Σπιτάκι εσύ φτωχό, στο χρόνο ξεχασμένο.
Έχεις τη στέγη σου φυρή, δοκάρι ρημαγμένο
κι απ’ τα παραθυρόφυλλα, που ‘ χουν γρίλιες σπασμένες,
κυκλοφορούν οι θύμησες σαν σε χορό πιασμένες.
Μα το κατώφλι από καιρό μένει αραχνιασμένο
τ’ ανώι βροχοστάλακτο σε δύσκολους χειμώνες!»

Όσο για τη λιμνοθάλασσα: εκείνη του πόρεψε τη σκέψη τις ώρες που ήταν μόνος. Εκείνη τον άντρωσε και τον έκαμε εραστή της!  Όσο και να προσπαθεί να ξεχάσει δεν μπορεί να απαγκιστρωθεί απ’ τις δαγκάνες της. Παντού εκείνη  μπερδεύεται στο σήμερα και δημιουργεί το υφάδι- σκέπαστρο, αλλά και το σήμαντρο που άξαφνα κι απρόσμενα ξυπνά το θυμικό του. Έχει την αίσθηση πως από το τότε μέχρι το σήμερα, τον χωρίζει μονάχα μιας ανάσας δρόμος! Μιλά ερασμιακά για εκείνη και  με παράπονο γράφει στη σελ. 48 της ποιητικής του συλλογής:

«Όσο κι αν στέλνω πάνω σου το βλέμμα να λαγιάζει
θαρρώ τα νώτα σου γυρνάς, γεμάτη καταφρόνια,
σαν να μην είμαι πια εδώ, η απάντησή σου μοιάζει».

Κι είναι παρόν σαν το χαλκιά να βάζει όλη τη φλόγα κι όλα τα πρώτα αγγίγματα, οι μυρουδιές, οι νότες γίνονται του νου αβερτασιές που ο χρόνος τις φρεσκάρει. Ο νους ανυφαντής γυρνάει το αδράχτι με το βαρύ σφοντύλι της μνήμης σε όλες τις φάσεις της ζωής του για να μη ξεχαστούν. Μας λέει ο ίδιος στη σελ 54 της ποιητικής συλλογής:

«Με σπαρματσέτο φώτισα, πήρα ένα τεμπεσίρι,
κι έψαξα στ’ απονύχτερο  τους να κύκλους να χαράξω.
Το μύρο τους τον ρούφηξα κι απ’ ό,τι είχε γνέσει η  ρόκα
σαν το διασίδι τ’ άπλωσα κ’ ένωσα τα κομμάτια».

Στίχοι-αφιερώματα σε αγαπημένα πρόσωπα: γονείς, αδέλφια, φίλους, σκιρτήματα φυσιοδιφικά,  πρώτες αγνές αγάπες. Ένας γλωσσικός θησαυρός ακουμπισμένος μέσα στις 72 σελίδες του βιβλίου του μαζί με όμορφα ηλιοβασιλέματα, δίχτυα – υφάδια, σκέψεις σταράτες, ώστε «η δακρυσμένη του σιωπή, λαλιά να ‘ βρει να δώσει», να μη χαραμιστεί της ψυχής τούτη η ωδή, τούτο το μοιρολόι, γι αυτά που έφυγαν και για όσα έμειναν. Γεννημένος στο Μεσολόγγι από γονείς Κεφαλλονίτες, έχει την αίσθηση πως οι αλήθειες ξεσηκώθηκαν και ξάφνιασαν τη μνήμη του και τώρα ήρθε η ώρα της επανάστασής τους, ζητώντας τη δικαίωσή τους! Κι ας φεύγει γρήγορα ο καιρός… τ’ αχνάρια, οι  ίσκιοι υπάρχουν, δημιουργώντας εικόνες  φωτός, λάμψεις, αστραπές που βροντούν και φωτίζουν!». Έτσι κι αλλιώς… «η αγάπη με τη πεθυμιά οχθροί είναι μεγάλοι στου τώρα την αδημονή στου τότε το καπρίτσιο….»
Όμορφοι στίχοι που υμνούν τη φιλία και την Αιτωλοαρνανική  φιλοξενία. Στο ποίημα  «Ο Αδελφός» γράφει:

 «…Αν το τραπέζι ξέστρωσες, πάνε και ξαναστρώστο,
κι άσε στο πιάτο δυο ελιές, πιο πλάι ένα κρεμμύδι.
Βάλε από δίπλα το σταμνί, άσε κι ένα καρτούτσο.
Όλο και κάποιος αδελφός θα πρέπει μέσα να ’μπει».  

Ακόμη o ποιητής  δε φοβάται να τα βάλει μ’ αυτούς που ξέχασαν τα βήματα του τόπου τους:

«Γενιά τώρα που περπατά αμέριμνη, καμπόση
άμαθη κι αξεστόλιστη, σ΄άρνα βαθιά, αμάχι,
αναρωτήσου μέσα σου, απάργια γιατί τόση;»

Μέσα απ’ τη γραφίδα της πένα του δίνει τροφή στο σήμερα αναμοχλεύοντας και συνδαυλίζοντας τη χόβολη της θύμησης. Αισθάνεται τις σπίθες να ξεπετιούνται. Βλέπει ματιές να ψάχνουν σέπαλα  κι άλλες να κόβουν κλωνάρια ανθισμένα και να στεφανώνουν αυτούς που δεν ξεχνούν την πατρώα γη. Οι πυξίδες της ρότας  αγκαλιάζουν τα κενά, δείχνοντας  το δρόμο μιας μοναδικής πορείας προς το σπιτικό με τ’ αλλοτινά  αρώματα και τις γεύσεις!!!


Υ.Γ: Ευχαριστώ τον ποιητή  κύριο Χρήστο Διονυσίου Μοσχονά για τη δωρεά του βιβλίου του: «ΣΤΟΥ ΤΟΠΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ».
 Είθε να έχετε δύναμη και να συνεχίζετε να προσφέρετε στη λογοτεχνία μας αναδεικνύοντας πάντα το γνήσιο και το αληθινό μέσα απ' τη γραφή, γιατί ο τόπος μας το έχει ανάγκη!

Πάτρα 22 Οκτωβρίου 2014

Με σεβασμό κι εκτίμηση

Μαρία Κολοβού-Ρουμελιώτη




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου