Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Πέντε ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου

Πέντε ποιήματα του Τόλη Νικηφόρου
ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ


υμνώ το φως 
για να εξορκίσω το σκοτάδι 
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο 
και το βαθύ γαλάζιο 
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως 
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου 
σαν κάποια λύτρωση 
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως 
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού 
που απώλεσε τον ουρανό 
και τον αναζητά 
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως 
για το φως πηγάζει μέσα μου 
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα


ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ

από λέξη σε λέξη 
από εικόνα σε εικόνα 
στα τραύματά μου επάνω 
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο 
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά 
με συνειρμούς και άλματα 
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει 
αιφνίδια ν’ ακολουθεί 
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή 
αναζητώντας 
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο 
παρήγορο 
λυτρωτικό 
ένα πρώτο φως


Η ΔΙΨΑΣΜΕΝΗ ΑΒΥΣΣΟΣ

δεν φτάνει η γνώση 
οι συγκινήσεις, τα ταξίδια 
όλα όσα έζησα 
και κέρδισα ή έχασα 
στην περιπέτεια της ζωής μου

το αίμα μου δεν φτάνει 
όσα έγραψα 
κι όσα ποτέ θα γράψω 
τα πάθη και τα λάθη μου 
η αγάπη που μου δόθηκε 
κι εκείνη που σαν μυστική πηγή 
δεν έπαψε ποτέ μέσα μου να αναβλύζει

αυτό το χάσμα 
το απύθμενο κενό 
στα παιδικά μου χρόνια 
θα κλείσει μόνο με τον θάνατο

με την ψυχή μου μόνο 
θα ξεδιψάσει η άβυσσος


ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ

να αποδεχτείς τη ματαιότητα 
το σκοτεινό μηδενικό 
που καθημερινά στα βήματά μας ενεδρεύει

να ζήσεις πάντα διψασμένος 
ερωτευμένος με τα θαύματα 
λες κι είσαι δεκαοχτώ χρονών 
λες και δεν πρόκειται αύριο 
να γίνουν όλα στάχτη 
ή ακριβώς γι’ αυτό

όχι λοιπόν στη ματαιοδοξία 
και ναι στα εκστατικά 
στα θαμπωμένα μάτια 
ναι στο μολύβι που επιμένει 
ένα μολύβι που πεθαίνει 
ανυπότακτο


ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ 

κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο 
κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός 
ανυπεράσπιστος 
μπροστά στην αθωότητα 
εκστατικός 
μπροστά στο θαύμα 
αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο 
στον δρόμο που δεν έχει τέλος 
στο τέλος που δεν έχει ελπίδα
να είσαι καλός

Ο Τόλης Νικηφόρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1938, σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων και εργάστηκε κυρίως ως σύμβουλος εσωτερικής οργάνωσης στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα και στο Λονδίνο. Ως τώρα έχουν εκδοθεί 32 βιβλία του, 19 ποιητικά και 13 πεζογραφίας. Το 1989 του απονεμήθηκε το Βραβείο Μυθιστορήματος Επιστημονικής Φαντασίας από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά για το παραμύθιΣοτοσαπόλ ο χρυσοθήρας και το 2009 το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων Ο δρόμος για την Ουρανούπολη.

http://diastixo.gr/logotexnikakeimena

Οχτώ ποιήματα της Χίλντε Ντομίν μετάφραση: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη

Οχτώ ποιήματα της Χίλντε Ντομίν
ΑΔΕΙΑ ΑΠΟΒΙΒΑΣΗΣ

Με ονόμασα
εγώ η ίδια
με φώναζα
με το όνομα ενός νησιού.

Είναι το όνομα μιας Κυριακής
ενός νησιού που έχω ονειρευτεί.
Ο Κολόμβος το επινόησε
μία Κυριακή Χριστουγέννων.

Το νησί ήταν μια ακτή
κάτι για να αποβιβαστείς
με ελεύθερη είσοδο
τα αηδόνια τραγουδούν τα Χριστούγεννα εκεί.

Να ονομάζεστε, είπε κάποιος
όταν έφτασα στην Ευρώπη,
με το όνομα του νησιού σας.


ΑΝΑΧΩΡΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ

Αγαπώ αυτή τη γυμνή χώρα
και δεν διεκδικώ τίποτα.

Μόνο το χρόνο
για να είμαι
μόνη με το χρόνο.

Και να κοιτάζω ένα σύννεφο
ή το ξεθώριασμα
της νύχτας.

Με τη νοσταλγία που είχα πάντα
και το φόβο
του σήμερα.


ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΚΑΡΑΒΙΑ      
Όλα μου τα καράβια
ξέχασαν τα λιμάνια
και τα πόδια μου το δρόμο.
Δεν σπέρνει και δεν θερίζει κανείς
γιατί δεν υπάρχει παρελθόν
ούτε μέλλον,
ούτε καν σκηνικό στο παρόν.

Μόνο η μικρή
τρυφερή απόσταση
μεταξύ μας,
που δεν τη λιγοστεύεις.


ΤΟΥΣ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Τους πιο δύσκολους δρόμους
τους περπατάμε μονάχοι,
η απογοήτευση, η απώλεια
η θυσία
βιώνονται στη μοναξιά.
Ακόμα και ο νεκρός που ανταποκρίνεται σε κάθε κάλεσμα
και δεν αρνείται καμία χάρη
δεν μας συμπαραστέκεται
και περιμένει να δει
αν τα καταφέρουμε.
Τα χέρια των ζωντανών που απλώνονται
χωρίς να μας φτάνουν
είναι σαν τα κλαδιά των δέντρων μες στο χειμώνα.
Όλα τα πουλιά σιωπούν.
Ακούμε μόνο το δικό μας βήμα
και το βήμα που δεν έχουμε κάνει ακόμη
που όμως θα κάνουμε.
Να σταθούμε και να κοιτάξουμε πίσω
δεν ωφελεί. Πρέπει 
να προχωρήσουμε.

Πάρε ένα κερί στο χέρι
όπως στις κατακόμβες,
η μικρή φλόγα σιγοσβήνει.
Και όμως, αν έχεις περπατήσει πολύ,
το θαύμα δεν αποκλείεται, 
επειδή το θαύμα συμβαίνει πάντα,
και επειδή χωρίς τη θεία χάρη 
δεν μπορούμε να ζήσουμε: 
το κερί φωτίζεται από την ελεύθερη πνοή της ημέρας,
θα το σβήσεις χαμογελώντας
όταν φτάσεις στον ήλιο
και ανάμεσα στους ανθισμένους κήπους 
θα βρίσκεται η πόλη μπροστά σου,
και στο σπίτι σου 
θα είναι για σένα το τραπέζι στρωμένο στα λευκά.
Και οι θνητοί ζωντανοί
και οι αθάνατοι νεκροί
θα σου προσφέρουν το ψωμί και θα σου δίνουν το κρασί –
και εσύ θα ακούσεις πάλι τις φωνές τους
πολύ κοντά
στην καρδιά σου.


ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ

Από το δέντρο τ’ ουρανού 
έπεσαν τα σύννεφα στη γη.
Η χώρα λεκιάστηκε
από μεγάλα σκουρόχρωμα φύλλα.

Στις οδούς των Λυπημένων
βάφονται τα πλαίσια των παραθυριών
στο χρώμα τ’ ουρανού
στο χρώμα του ήλιου
στα σπίτια χωρίς φως.

Περιστερώνες στις σκεπές
για ένα χθες με ανοιχτόχρωμα φτερά,
που δεν ξαναγυρνά.

Μόνο το καμπάνισμα στην άκρη του δάσους.
Κύματα ήχου από μικρές καμπάνες
που φτάνουν μέχρι το δωμάτιο.
Βγάλε τα παπούτσια,
βρέξε τα πόδια.

Μην περιμένεις τίποτα
παρά μόνο τις μικρές καμπάνες 
να σημάνουν
στην άκρη του δάσους.


ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΓΙΑ ΣΤΗΡΙΓΜΑ

Ετοιμάζω το δωμάτιό μου στον αέρα
ανάμεσα σε ακροβάτες και πουλιά:
το κρεβάτι μου στο τραπέζιο του συναισθήματος
όπως μια φωλιά στον άνεμο
στην απόλυτη άκρη του κλαδιού.

Αγοράζω μια κουβέρτα από το πιο τρυφερό μαλλί
των απαλά χτενισμένων αρνιών που
στο φεγγαρόφωτο
περνούν σαν λαμπυρίζοντα σύννεφα
πάνω από τη στέρεη γη.

Κλείνω τα μάτια μου και βυθίζομαι
στα μαλλιά των πιστών ζώων.
Θέλω να νιώσω την άμμο στις μικρές οπλές
και να ακούσω το θόρυβο του σύρτη
που κλειδώνει το βράδυ την πόρτα του στάβλου.

Όμως κείτομαι στα πούπουλα των πουλιών, αιωρούμενη ψηλά στο κενό.
Ζαλίζομαι. Δεν αποκοιμιέμαι.
Το χέρι μου
γυρεύει να κρατηθεί από κάπου και βρίσκει
για στήριγμα μόνο ένα τριαντάφυλλο.


ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ

Ωραιότερα είναι τα ποιήματα της ευτυχίας.
Όπως το άνθος είναι ωραιότερο από το κοτσάνι
που το γεννά
έτσι είναι ωραιότερα τα ποιήματα της ευτυχίας.

Όπως το πουλί είναι ωραιότερο από το αυγό
όπως είναι ωραίο το πρώτο φως της ημέρας
έτσι είναι ωραιότερη η ευτυχία.

Και ωραιότερα είναι τα ποιήματα

που εγώ δεν θα γράψω.


ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΕΣΑΙ

Μην απελπίζεσαι
μα άπλωσε το χέρι
στο θαύμα
τρυφερά
όπως θα πλησίαζες ένα πουλί.

μετάφραση: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη

Η Γερμανοεβραία ποιήτρια Χίλντε Ντομίν γεννήθηκε στην Κολωνία το 1909 και πέθανε στη Χαϊδελβέργη το 2006. Έζησε συνολικά 22 χρόνια εξόριστη στην Ιταλία, στην Αγγλία, στη Δομινικανή Δημοκρατία και στην Ισπανία. Για την ίδια την Ντομίν, η ζωή της ήταν στενά συνυφασμένη με το ποιητικό της έργο, καθώς θεωρούσε τα ποιήματά της «ανθολόγιο» της ζωής της. Οι εικόνες και τα σύμβολα στην ποίησή της αποτυπώνουν απόλυτα τα συναισθήματα κάθε ανθρώπου που βιώνει τον ξεριζωμό και την απώλεια της πατρίδας. Η Πόλη της Χαϊδελβέργης θέσπισε το 2006 το «Βραβείο Χίλντε Ντομίν – Λογοτεχνία στην εξορία», το οποίο απονέμεται σε ποιητές που πραγματεύονται στο έργο τους τη μετανάστευση και την εξορία.

http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/3868-nikiforou-25052015