Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Ελληνο-Αυστραλιανή λογοτεχνία. Ένα ποίημα και ένα διήγημα του Γερ. Λυμπεράτου

ΕΠΑΙΝΟΣ
ΒΡΑΥΡΩΝΙΑ 2015.
Λογοτεχνικός διαγωνισμός ποίησης
Ομοσπονδίας Εκπολιτιστικών Συλλόγων ΣΠΑΤΩΝ.
ΚΕΝΤΡΙΣΜΑ
488112
Στα χέρια μου κρατώ λικνίζοντας
ένα λουλούδι.
Στα χέρια μου κρατώ την φροντίδα του.
Για να μη χάσει το χρώμα του
τ άρωμά του,
τη ζωντάνια του.
Για να μη χαθεί μαζί του κι η άνοιξη.
Το θρέφω στο φως.
Το ποτίζω αγάπη,
καλοσύνη,
τρυφερότητα.
Για να μη του λείψει ποτέ
η πρωινή δροσιά της αυγής,
Για να μπορεί να σκαρφαλώνει στον ήλιο
όποτε χρειαστεί,
να χαράζει δρόμους,
να αποσπερνά αγκάθια
και μέσα απ τους βόμβους της σιωπής
να μπορεί να στοχάζεται το μέλλον.
Στα χέρια μου κρατώ
ότι αιώνιο επιθυμώ να είναι.
Το κέντρισμα των κτύπων
της καρδιάς του παιδιού μου,
των παιδιών μας,
με την αέναη ροή της ανθρώπινης ζωής,
κρατώντας πάντα στα χέρια τους
πανέρια γιομάτα ελπίδες
κι ένα εξαίσιο αύριο να τα περιμένει!
Γεράσιμος Μ. Λυμπεράτος  Σύδνει
*********************************************************
ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΕΔΕΣΑΣ.
Λογοτεχνικός διαγωνισμός διηγήματος 2014 – 2015.
Ένα από τα καλλίτερα 30 διηγήματα
π
ου επελέγησαν για βράβευση και εν συνεχεία
συμπεριλήφθηκαν σε τόμο που εκδόθηκε πρόσφατα.
*****
**************
Ο ΓΕΡΟ ΚΟΤΣΙΚΑΣ
Σ’ ένα παλιό μικροκαμωμένο διώροφο σπίτι, σε μια φτωχική συνοικία του Σύδνεϋ, έμενε ο γερο-Κότσικας. Παρατημένος απ’ τη ζωή, ζούσε να πούμε μόνος, χωρίς γυναίκα και παιδιά, συγγενείς ή φίλους. Τα χρόνια της νιότης, της δουλειάς και της νοικοκυροσύνης, κύλησαν βιαστικά κι’ άχαρα και τη θέση τους πήραν τα γηρατειά, ανέλπιδα, στυγνά κι’ αδυσώπητα. Λένε πως ο θάνατος, μισητός και ζηλιάρης καθώς είναι, κυνηγάει συνήθως τους ανθρώπους αυτούς, που η φύση ή οι κοινωνικές καταστάσεις τους έχουν προικίσει μ’ ομορφιά, αρετές, δόξα, και πλούτη. Στη περίπτωση όμως του γέρο-Κότσικα ο θάνατος τον είχε ξεχάσει. Άλλωστε τι να ζηλέψεις απ’ αυτόν; Μια ζωή μίζερος, δύστροπος, και κακομοίρης ήταν. «΄Αστον, είπε!» Και τον άφησε εκεί στο ανώγειο πάτωμα του σπιτιού του, μέσα σ’ ένα γερασμένο υπνοδωμάτιο, με το μπαστούνι στο χέρι, κοντά στο παρεθύρι, να κοιτάζει τα μικρά σπουργίτια που χοροπηδούσαν στην χορταριασμένη αυλή.
Σ αυτό λοιπόν τ άχαρο δωμάτιο όπου τα καρφιά στο πάτωμα στρίγγλιζαν σε κάθε πατημασιά του γέρο-Κότσικα και που τα λιγοστά έπιπλα κι αντικείμενα του δωματίου ακρωτηριασμένα κι αυτά απ’ την πολυκαιρία -μόλις και μετά βίας- έπαιζαν το ρόλο τους, τον έβρισκαν κάθε τόσο κι οι κακιές θυγατέρες της ζωής, η αρρώστια, η θλίψη και προπαντός η μοναξιά. Ας ήταν καλά ο γείτονάς του ο Ιταλός που του έριχνε κάπου-κάπου καμιά ματιά, και τον εξυπηρετούσε όταν υπήρχε ανάγκη. Ε, ας ήταν καλά κι η κυρία κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης που βιαστικά του έλεγε μια «καλημέρα» και τ άφηνε γλυκίσματα έτσι για το καλό. Αυτοί όλοι κι όλοι οι επισκέπτες του, ολιγόλεπτα διαλλείματα της μοναξιάς του, σημάδεψαν και το υπόλοιπο της ζωής του.
Ο καιρός περνούσε λοιπόν και καθώς τα όνειρα κι’ αναμνήσεις ακόμη, είχαν τελειώσει , καθώς το μόνο που θύμιζε την ίδια τη παρουσία του ήταν το στομάχι που ζητούσε το χαμόμηλό του, αφού κι’ αυτή η όρεξη είχε σχεδόν λιγοστέψει, κι’ όταν η γαλήνη ήταν η μόνη αξιόλογη συντροφιά του, αφού μπορούσες ν’ αφουγκράζεσαι την ανάσα σου, που πάλευε για λίγο ακόμα οξυγόνο, ακριβώς αυτές τις στιγμές ο Ιταλός του έριξε την ιδέα. «Σινιόρε,του λέει, γιατί δεν νοικιάζεις το δωμάτιο του ισογείου;»     
Στην αρχή ο γέρο –Κότσικας ούτε ν’ ακούσει ήθελε τέτοιο πράγμα. Είχε μάθει σ’ όλη του τη ζωή να ζει μόνος κι’ ας του ήταν μαρτύριο αυτό. Ποτέ του δεν είχε δοκιμάσει να βρει όπως όλοι κάποιο φίλο. Ίσως γιατί ο χαρακτήρας του –βαρύς κι’ οξύθυμος- δεν του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Απομονώθηκε λοιπόν απ’ το φυσικό του περιβάλλον και για να μή μαλώνει, απόφευγε κάθε ανθρώπινη προσωπική ή κοινωνική σχέση. «Σινιόρε, όλα έχουν ακριβύνει, η σύνταξη δεν φθάνει» επέμενε ο Ιταλός που τελικά τον έπεισε να νοικιάσει το δωμάτιο…
Ήταν καλοκαίρι και Σαββατόβραδο όταν η αυλή του του γέρο-Κότσικα γέμισε κόσμο. Ποτέ δεν είχε δει τόσους ανθρώπους μαζεμένους στην αυλή του. Οι νοικάρηδές του, ένα νιόπαντρο ντόπιο ζευγάρι, γιόρταζαν την πρώτη επέτειο του γάμου τους. Είναι αλήθεια πως από τότε που νοικιάστηκε το δωμάτιο πολλά άλλαξαν στο σπίτι του γέρο Κότσικα. Το ισόγειο έγινε αγνώριστο. Βάφτηκαν οι τοίχοι, λαδώθηκαν οι πόρτες, καθαρίστηκε η αυλή. Η ζωή ξαναθυμήθηκε αυτό το μισο-εγκαταλειμμένο σπίτι. Ξανάνοιξαν τα παράθυρα, μπήκε καθαρός αέρας, έδιωξε την κλεισούρα, το δωμάτιο γέμισε φως. Κίνηση, μυρουδιές φαγητών, τηλεόραση, μουσική όλα σε καθημερινή βάση.
Τις πρώτες μέρες όλα αυτά εκνεύριζαν τον γέρο Κότσικα. Πολλές ήταν οι στιγμές που κτυπούσε το μπαστούνι του δυνατά στο πάτωμα για να επιβάλλει μ’ αυτόν τον τρόπο ησυχία. Σιγά- σιγά όμως συνήθισε κι’ η λίγη αυτή φασαρία όχι μόνο δεν τον ενοχλούσε, αλλά του έγινε απαραίτητη. Και να τώρα, γέμισε η αυλή χαρούμενες φωνές, μουσική και τραγούδια του καιρού μας. Ο γέρο-Κότσικας είπε να κατέβει κάτω. Πρόσκληση είχε, να πιεί κι’ αυτός μια κρύα μπύρα να… Δεν βρήκε το κουράγιο. Εκεί κάτω υπήρχαν νιάτα που ανάμεσά τους ο έρωτας τριγυρνούσε άδολος, ελεύθερος, φλογερός. Σημάδι της σύγχρονης εποχής μας. Τι δουλειά είχε αυτός εκεί;
Στρίμωξε την καρέκλα του κοντά στο παραθύρι και με πλάγιο τρόπο παρακολουθούσε το γλέντι. Πόσο αληθινά είχε ομορφήνει η μικρή του αυλή. Το χορτάρι κομμένο, με δυο γιρλάντες χρωματιστά φώτα, με μπαλόνια και σερπαντίνες να κρέμονται απ’ τη μια άκρη στην άλλη, με την ψησταριά να ψήνει το κρέας και τα λουκάνικα Είπε να κατέβει, μα πώς; Οι κοπέλες ξανθοί άγγελοι κι οι νιοι στιλάτα κυπαρίσσια, ζούσαν σ ένα άλλο κόσμο, μαγικό. Χορεύανε, γλεντούσαν, τραγουδούσαν κι αυτός ένας θλιβερός απόμαχος της ζωής, ένα μισοξεραμένο αγριόχορτο που ήθελε σώνει και καλά να αναρριχηθεί στις φυλλωσιές μιας λουλουδιασμένης αζαλέας
 Ξαφνικά θυμήθηκε το χωριό του, την Τασούλα. Ναι, την Τασούλα. Την κοπέλα που απ’ τα παιδικά του χρόνια αγαπούσε. Και που η αγάπη του δυνατή και μεγάλη, μα φυλακισμένη πίσω απ’ τα σίδερα της ίδιας του της καρδιάς, μ΄ένα κακό δεσμοφύλακα να την φυλάει μέρα-νύχτα μήπως και δραπετεύσει.
Ανάθεμα τα αίτια! Αυτός γιος « εθνικόφρονα» κι’ αυτή κόρη «κομμουνιστή». Κι’ όμως στα μαύρα μεγάλα μάτια της Τασούλας που φάνταζαν σαν δυο μεγάλα βουνά, διάκρινε όλο τον κόσμο, έτσι όπως κι’ η ίδια τον εξιστορούσε. Ειρηνικό, αγαπημένο, φιλικό. Κι’ όλα αυτά γραμμένα πάνω σε μια πελώρια κόκκινη σημαία όπου κάθε άνθρωπος πάνω στη γη θα γεννιόταν μ’ αυτή και μ’ αυτή θα πέθαινε. Ακόμη θυμήθηκε το πανηγύρι στο χωριό. Κάποτε είχαν βρεθεί στο χορό ο ένας πλάι στον άλλο. Πόσο ευτυχισμένοι ένιωθαν κι’ οι δυό! Μα ήρθε ο πατέρας του και τον πήρε. Τι δουλειά είχε ο γιός του να χορεύει με την κόρη του «συμμορίτη;»
Ανάθεμα τα αίτια! Ήρθαν οι Ιταλο-γερμανοί, φέρανε πόλεμο και καταστροφή. Βγήκε ο κόσμος στα βουνά ν’ αντισταθεί κι’ όταν νικήθηκε ο εχθρός ήρθαν οι Άγγλοι και φέραν τον  εμφύλιο πόλεμο. Χύθηκε αίμα! Οι καρδιές των ανθρώπων σκλήρυναν, έπαψαν ν’ αγαπούν. Κι΄ όταν όλα τελείωσαν, είχαν παραμείνει μεσ’ τις καρδιές τους οι κακοί δεσμοφύλακες «τα μίση και τα πάθη». Κι’ έτσι κάποια μέρα του ’53 Ο Φώτης Κότσικας πήρε το σάκο με τα πιο αναγκαία ρούχα του κι’άφησε το χωριό, μπαρκάροντας σ’ ένα καράβι όπου αργότερα τον έριξε στην Αυστραλία.
Η ανάμνηση αυτών των στιγμών του έφεραν δάκρυα στα μάτια. Λίγο πριν αφήσει το χωριό είχε φροντίσει ν’ ανταμώσει την Τασούλα. Την βρήκε να κάθεται στα σκαλοπάτια του σπιτιού της. Ο πρωινός ήλιος της έκρυβε τις κακουχίες της κατοχής που ήταν σημαδεμένες στο πρόσωπό της. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τώρα ήταν δυο εχθρικές οικογένειες, τους χώριζαν αίμα. Η Τασούλα όμως κατάλαβε. –Καλή τύχη ,του είπε ξερά. Κι’ αυτός πήρε το σάκο κι’ άρχισε να τρέχει για να μη προλάβει να τον δει δακρυσμένο. Μετά ήρθαν οι πόνοι και τα βάσανα της ξενιτιάς, τα καθημερινά προβλήματα. Όλα αυτά επέδρασαν αρνητικά πάνω του. Γέμισε ελαττώματα… Απομονώθηκε από γνωστούς και φίλους. Ζούσε μόνος, μόνος.
Ο γέρο-Κότσικας σηκώθηκε απότομα απ’ την καρέκλα. Ανάμικτα συναισθήματα τον είχαν κυριεύσει. Η καρδιά του κτυπούσε δυνατά και τι παράξενο! Κάθε κτύπος αυτή την φορά ήταν κι’ ένα θανάσιμο πλήγμα για τον κακό δεσμοφύλακα που χρόνια αμέτρητα είχε φωλιάσει μέσα του.   Πήρε το μπαστούνι του, κι’ άρχισε ν’ αφήνει με αποφασιστικότητα το υπνοδωμάτιο. Κατέβηκε την ξύλινη σκάλα κι έφθασε στην αυλή. Έριξε μια ματιά τριγύρω κι’ ύστερα σήκωσε τα μάτια του ψηλά. Ο ουρανός γεμάτος αστέρια και το φεγγάρι ολόγιομο σκορπούσε χρυσαφένιο φως. Τον υποδέχτηκαν οι νοικάρηδές του. Του πρόσφεραν φαγητό και μπύρα που ο γέρο-Κότσικας την κατέβασε μονορούφι κι’ ύστερα κι άλλη-κι’ άλλη. Μπήκε στο κέφι. Τίποτα πλέον δεν τον συγκρατούσε. Σαν νιός πλέον, πέταξε το μπαστούνι και μπήκε στο χορό. Βιαζόταν ίσως ν’ αποτελειώσει κάποιο χορό που του τον κόψανε στη μέση. Άρχισε λοιπόν να χορεύει έτσι όπως χορεύει κι’ η αρκούδα στο ντέφι του αρκουδιάρη. Το θέαμα πραγματικά προκαλούσε γέλιο. Όλοι τώρα έκαναν «πλάκα» με το γέρο. Μαζεύτηκαν γύρω του κι’ άρχισαν να κτυπούν ρυθμικά παλαμάκια. Κανείς δεν αντιλήφθηκε τον ιδρώτα που άρχισε να κυλάει στο πρόσωπό του. Ούτε τις ακαταλαβίστικες λέξεις που κάθε τόσο έβγαιναν απ’ το στόμα του. Μα αυτός χόρευε ασταμάτητα. Και φαινόταν τόσο ευτυχισμένος, λες και χόρευε με την Τασούλα…
Όταν σωριάστηκε νεκρός, πάνω στο χορτάρι της αυλής όλα σωπάσανε. Μόνο το υστερικό κλάμα μιας ευαίσθητης κοπέλας ακούστηκε, το γαύγισμα ενός αδέσποτου τετράποδου και το τραγούδι που μη νιώθοντας τι συνέβει συνέχιζε να παίζει το χαρούμενο σκοπό του «…την ζωή αξίζει κανείς να την βρεί, έστω και λίγο πριν το θάνατο. Αξίζει». Ήταν καλοκαίρι και ξημέρωνε Κυριακή!
Γεράσιμος Μ. Λυμπεράτος 
Σύδνεϋ

https://vrysoulesgnosis.wordpress.com/ 



Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

«Δώρο Θεού η αγάπη!» της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη


Τίτλος έργου: «ΟΠΤΑΣΊΑ»
Ελαιογραφία της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη


«Δώρο Θεού η αγάπη!»

Σ’ ονειρεύτηκα σαν σταγόνα δροσιάς
που ρέει απ’ τ’ ουρανού την ευλογία.
Κατέβηκες στη γη
μέσα στη θάλασσα του πόνου…
Έκανες βάρκα το κορμί σου
κι άπλωσες τα χέρια ν’ αγγίξεις Αυτόν
που ευλόγησε την ώρα και σ’ έφερε κοντά μου.

Δώρο Θεού η αγάπη!
Μας ένωσε τη στιγμή που είχα γίνει λιμάνι
ν’ αράξεις και να λούσεις τον πόνο και τη θλίψη
με τη δροσιά που κουβαλούσες πάντα μαζί σου!

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

ΠΤΗΣΗ 120 για Ανεξερεύνητους Κόσμους




Χρόνια προγραμματίζω ταξίδι να σε συναντήσω, Ευτυχία∙ να νιώσω το καθρέφτισμα του κόσμου στη ματιά∙ να αποστάξεις το διαλογισμό της ψυχής μου… Να γαληνέψω! Μα εγώ, κάτοικος είμαι Άλλου Πλανήτη και σφετερίστηκα Νέο Πύργο της Βαβέλ… να ξεμπερδέψεις το νόημα  των λέξεων μήπως συνεννοηθούμε!...
Χρόνιες προσπάθειες πνίγονταν σε κενό αέρος. Οι ιδέες μου συντρίβονταν σ’ ατσάλινα θεμέλια.
Απ’ εδώ, πτήση για Ανεξερεύνητους Κόσμους, δεν υφίσταται! Μεγαλοφυής και θρασύς ο Πολιτισμός, σαρώνει σαν ανεμοστρόβιλος το παθιασμένο μυαλό μου. Απομένουν 120 λεπτά να συγκολλήσω τα φτερά μου. Τα πέρασα δια πυρός και σιδήρου! Χιλιάδες αλχημείες τα μετάλλαξαν, να αντέξουν τις κακοκαιρίες.  120 λεπτά …να γίνω Ίκαρος και να σε συναντήσω! 120 λεπτά! όσες οι λέξεις που περιγράφουν την αγωνία της Λευτεριάς μου!!!!!!!!!!!

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015


Μαρία Κολοβού – Ρουμελιώτη

Παράταση για τον Δ' Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό της «ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ»


Το Δ.Σ. της «ΑΜΦΙΚΤΥΟΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ» προκηρύσσει τον Δ' Παγκόσμιο Ποιητικό Διαγωνισμό με θέμα: «Το αρχαίο ελληνικό μεγαλείο» (Βεργίνα, Αμφίπολη, Παρθενώνας, Δελφοί, Μυκήνες, Κνωσός, Δίον, Ολυμπία).
Η Κριτική Επιτροπή θα αποτελείται από ελληνικές και ξένες πνευματικές προσωπικότητες και τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν στο Δ' Παγκόσμιο Συνέδριο Αμφικτυόνων (με το ίδιο θέμα), όπου θα απονεμηθούν τα Βραβεία και θα απαγγελθούν τα βραβευμένα ποιήματα και άλλα από τους παρευρισκόμενους ποιητές. 
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να αποστείλουν σε πέντε δακτυλογραφημένα αντίγραφα ένα ποίημα ή δύο-τρία μικρότερα, που το σύνολο των στίχων τους να μην υπερβαίνει τους 35, σε φάκελο με το ψευδώνυμο του αποστολέα. 
Μέσα σ' αυτόν σε σφραγισμένο μικρότερο φάκελο θα υπάρχουν τα πραγματικά στοιχεία (Ονοματεπώνυμο, Διεύθυνση, τηλέφωνα).
Η προθεσμία υποβολής που ήταν μέχρι τέλους Ιουλίου 2015 παρατείνεται λόγω της κρίσης μέχρι 15 Σεπτεμβρίου 2015.
Τα ποιήματα των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό, θα εκδοθούν, όπως και στους προηγούμενους, σε καλαίσθητο τόμο που θα σταλεί σε ελληνικές και ξένες βιβλιοθήκες.



Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

"ΓΛΥΚΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ" βιωματικό αφήγημα της Αλεξάνδρας Παυλίδου - Θωμά.

Αποτέλεσμα εικόνας για γλυκό καρπούζι
Αύγουστος 1954, τα τζιτζίκια πάνω στα δένδρα του περβολιού του παππού μας τραγουδούσαν μα εμένα δεν μου άρεσε, προτιμούσα το τιτίβισμα των πουλιών.
Η Παραμυθιά μοιάζει τώρα στα μάτια της βάβως σαν μια εξωτική πολιτεία. Και πως να μη μοιάζει αφού μπροστά μου είναι εικόνες μαγικές.
Βρύσες πολλές λιθόκτιστες, με πολλά νερά, δένδρα, πουλιά, λουλουδιασμένες αυλές, παραμυθένια χαλάσματα που μέσα μας ήταν οι ιστορίες πολλών παραμυθιών. Σπίτια θεόρατα πλούσια, σαν κάστρα και σπίτια μικρά με περβολάκια όπως στα παραμύθια της γιαγιάς.
Σε καμπαναριά, σε χαλάσματα παντού υπήρχαν λελέκια πολύ φιλικά που δεν μας σκιάζονταν μα ούτε και μεις τα σκιαζόμασταν. Μπροστά από το σπίτι μας υπήρχαν τρεις λελεκοψωλιές πάνω στα χαλάσματα.
Έκαναν τα αυγά τους, έβγαιναν τα λελεκάκια τους και ‘μείς τους τραγουδούσαμε:

Λέλεκα χατζή χατζή
Πουν’ τα χίλια πρόβατά;
Κάτω στα λακκώματα.
Τρώει ο λύκος χαίρεται
και η αλεπού μαραίνεται

Μη τα πειράξετε μας έλεγαν οι πελαργοί τρώνε τα φίδια και τα ποντίκια.
Και μέσα στα σπίτια μας, μέσα, το εννοώ τα χελιδόνια μπαινόβγαιναν από ένα μικρό φεγγίτη που ήταν ανοιχτός μέρα νύχτα κουβαλώντας τροφή στα μικρά τους σε σπίτια φωλιές που δύσκολα θα έκαναν άλλα πουλιά. Φίλος μας μοναδικός τα χελιδόνια τρώνε τα κουνούπια μας έλεγαν.
Στις κρεβατίνες μας και στις περγολιές μας, μεγάλα τσαμπιά σταφύλλια άρχισαν να κοκκινίζουν. Και ‘μείς όλη μέρα να παίζομαι και να τρώμε τα σύκα από τις πάμπολλες συκιές μας. Βεργωτά, σύκερα, βασιλικά, ρωμέικα, κλπ κλπ. Και ενώ οι μέλισσες βούιζαν μέσα στο λαχανόκηπό μας, εμείς άφοβα ψάχναμε για αγγούρια ή ξυλοπέπονα, πλήρης ασυδοσία δεν μπορώ ακόμα να καταλάβω πως δεν μας έλεγαν μη, πως δεν μας τις έβρεχαν ποτέ, εκτός από τη μάνα μου που χτύπησε μια φορά το Δημήτρη και δυο εμένα.
Να δεις που ούτε τα μελίσσια μας τσίμπαγαν ούτε εμείς τα φοβόμασταν ακόμα και τα φίδια αν άκουγαν τα βήματά μας έστω κι αν είναι κουφά σέρνονταν ήσυχα ήσυχα στο τοίχο της μάντρας μακρυά μας και έμπαιναν μέσα σε τρύπες.
Μια μέρα μέσα σε αυτήν τη μαγεία ήρθε ο Μίχο Κάτσιος με ένα τσουβάλι στην πλάτη. Δεν ήταν Σάββατο και η γιαγιά απόρεσε. Τι έφερες ωρέ Μίχο.
-Άνοιξε το τσουβάλι να δεις.
-Κάτσε να πάρεις ένα νερό και λουκούμι.
Έχω δουλειά είπε, ο κυρ Παύλος μου είπε μετά να πάω και της Βέργως.
Άνοιξε η γιαγιά το τσουβάλι και χαμογέλασε, μέσα είχε τέσσερα τεράστια καρπούζια και δυο μικρά πεπόνια. Ήρθε ο Σωκράτης από ταξίδι. Έφερε κατά το συνήθειο ότι είχε η εποχή από το Μεσολόγγι. Χαμογέλασε και έτρεξε να κάνει μια πίτα. Είχε δέκα μέρες που έλειπε στο ταξίδι.
Απόψε θα ήταν στο σπίτι και αύριο στην Ηγουμενίτσα να φορτώσει και μεθαύριο να ξαναφύγει.
Πάρτε το καλάθι, μαζέψτε σύκα από αυτά που αρέσουν στο θείο σας. Τρέξαμε όλα μαζί ποιος θα μάσει τα καλύτερα.
Άντε μικρά μου από αύριο δουλειά όλα, θα κάνουμε γλυκό καρπούζι.
Στο κατώι μας έβγαινε νερό, πλύναμε τα καρπούζια που τα κουβάλησε η γιαγιά και φωνάξαμε τα κορίτσια που έραβαν.
Ελάτε μανούλες μου είπε η γιαγιά, άντε να φάτε καρπούζι.
Έκοψε ένα ολόκληρο και τους είπε φάτε το, είναι για σας.
Ύστερα πήρε τις φλούδες και τις κοίταξε, ωραίες, πολύ ωραίες, χοντρόφλουδο το καρπούζι κάνει ότι πρέπει για γλυκό.
Το βράδυ έκοψε το άλλο στην παρέα της, άντε και του χρόνου Λένη βλέπω θα κάνεις γλυκό της είπε η Σταύραινα.
Τούτη και η νύφη της έχουν μανία με το καρπούζι.
Δεν νομίζω πως ήταν μανία απλώς στον καιρό τους έκαναν από όλα τα γλυκά. Βύσσινο με πολύ σιρόπι για βυσσινάδα, συκαλάκι ορνιούς άγριο, καρυδάκι μα τούτο ήθελε προσοχή να μην ζαρώσει, βέβαια εμείς μέσα μας παρακαλάγαμε να ζαρώσει γιατί θα τα τρώγαμε εμείς.
Τώρα ήταν ο καιρός του καρπουζιού, ύστερα το μελιτζανάκι, κατόπιν το σταφύλι και το Χειμώνα το νεράτζι και το κίτρο ή μικρά πράσινα ή καρουλάκι.
Αφού έκανε τα καρπουζοτραπέζια της, αναλάβαμε εμείς. Εγώ και η γιαγιά καθαρίζαμε τα φλούδια να μην έχουν πράσινο και ροζ. Έπρεπε να είναι μόνο άσπρα. Τα έκοβε σε μεγάλα κομμάτια και τα μικρά έτρεχαν να πάνε τα καθαρίδια στις κότες μας. Παιχνίδι το είχαν βρει.
Η Αλεξάνδρα γιατί καθαρίζει, έλεγε ο Δημήτρης και η γιαγιά απαντούσε, η Αλεξάνδρα για να βρει καλό γαμπρό πρέπει να είναι καλή νοικοκυρά, τι, τη θέλετε να την έχετε ανύπαντρη να γελάει ο κόσμος;
Εγώ δεν μιλούσα και που να βρω γαμπρό, εγώ τότε έτσι νόμιζα δεν αγάπαγα κανέναν μόνο τα αδέλφια μου και τα ξαδέλφια, μου αχ ανύπαντρη νόμιζα πως θα έμενα.
Μα ύστερα εγώ δεν μιλούσα, ήθελα να κάνω όποιες δουλειές μου άρεσαν και όχι όλες, να αυτή η μπουγάδα που μου έκοβε τα χέρια μου έστω κι αν τα έβαζα για λίγο με τρόμαζε.Η μάνα μου όμως είχε κορίτσι όταν είχαμε μπουγάδα έτσι ησύχαζα, και μετά βγήκαν τα πλυντήρια.
Την άλλη μέρα το καρπούζι το έβραζε σε δυο κατσαρόλες και μετά το άφηνε να κρυώσει.
Έπαιρνε δυο λαγήνια φρεσκοκαλαϊσμένα και τους έριχνε ασβεστόνερο και έβαζε μέσα τα κομμάτια του καρπουζιού.
Δεν θυμάμαι πόσο το άφηνε στο ασβεστόνερο έχω την εντύπωση μισή ώρα. Μετά το έπλενε καλά, το ασβεστόνερο το έκανε μόνη της με ασβέστη πέτρα (άσβεστο), και ύστερα έκανε σιρόπι που το έβραζε με τα κομμάτια και μέσα έριχνε φύλλα από μπαρμαρόζα και όταν έπαιρνε ένα μελί χρώμα και το κοίταγε, και κοίταγε το σιρόπι πως έπεφτε από το κουτάλι το έβγαζε και μας έδινε όταν κρύωνε μικρές μύτες από τις φλούδες που τις έκοβε για μας. Στο άλλο έβαζε το καρπούζι να βράσει με το νερό και τη ζάχαρη και βανίλια και μετά όταν το έβγαζε αυτό γίνουνταν ξερό χωρίς σιρόπια και το έβαζε σε ένα κουτί πάνω σε λαδόκολλα και αυτό το κέρναγε σε μερικούς, στους πιο πολλούς κέρναγε με το σιρόπι και τα σιρόπια που περίσσευαν, μας τα έριχνε στις τηγανίτες και ‘μείς όλο στη φούστα της γυρίζαμε και όλο γιαγιά και γιαγιά ήμασταν. Αυτή έκανε πως μας μαλώνει κι αφού μας έδινε ένα φιλί στο κεφαλάκι μας, όπως έλεγε, μας έδινε και μια ξυλιά χάδι, άντε τώρα, η γιαγιά έχει δουλειά να έρθετε όταν σας φωνάξω και την ακούγαμαν και τρέχαμε να της φέρουμε λουλούδια που ο τόπος γύρω από τις βρύσες έχει μπόλικα.
Εγώ της ευκολίας, από όσα είδα, κάνω σταφύλι, σύκο γιατί μου αρέσει, και πορτοκάλι ή νεράντζι καρουλάκι ακόμα βερίκοκο γιατί κι αυτό μου αρέσει. Και επειδή μιλάμε για τον Αύγουστο, όπως όλοι οι μήνες του Καλοκαιριού είναι γεμάτος γιορτές και πανηγύρια. Της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, αυτήν την ημέρα παλιά πήγαιναν στην εκκλησιά μας όχι μόνο πρόσφορα αλλά και σταφύλια μαύρα που τα μοίραζε ο παπάς με το αντίδωρο αφού πρώτα είχαν ευλογηθεί.
Η μεγάλη γιορτή της Παναγιάς μας. Το Πάσχα του Καλοκαιριού. Αυτά θα τα πούμε αργότερα. Σήμερα θα μείνουμε στη μαγεία που προσφέρει το σπίτι σε μικρούς και μεγάλους γιατί τα παιδιά ότι βλέπουν αυτό χαίρονται και αυτό κάνουν. Να φαντασθείτε πως η θεία μου η Γιωργίτσα που δεν ακουμπούσε τίποτε, που δεν είχε τηγανίσει αυγά μέχρι να παντρευτεί, κάνει από όταν παντρεύτηκε τα πάντα, ότι γλυκό θες και στον καιρό μας, που έ, όλο και δεν θέλουμε κιλά η θεία μου μας μπουκώνει για να τα δοκιμάσουμε όλα. Τώρα αυτά τα γλυκά ήθελαν πολύ ζάχαρη, τι να κάνουμε την αγοράζαμε από το μαγαζί του παππού χύμα και νομίζαμε πως αφού είναι από το μαγαζί μας είναι τζάμπα.
Όταν με πνίγουν οι αναμνήσεις εγώ τις γράφω, παλιά τις έγραφα σε τετράδια και τώρα σε τούτο το μηχανάκι που με κόπο μου το έμαθε η εγγονή μου, έτσι έχω αυτόν το ιστότοπο και μπορώ να τα γράφω σαν βιβλίο μνήμης για όλους. Όχι ένα βιβλίο όπως τις γριές μου, αλλά ένα βιβλίο προσωπικών στιγμών που είναι σχεδόν στιγμές και των άλλων φίλων και χωριανών.
Μη με ρωτήσετε αν έγινα νοικοκυρά, ο άνθρωπος είναι θεριό και όλα τα μπορεί.

Αλεξάνδρα Παυλίδου - Θωμά.

http://cheimarros.eu/