Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

«ΜΑΡΑΘΩΝΙΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, ΜΙΑ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΔΙΧΩΣ ΤΕΛΟΣ» ένα άρθρο του Κίμωνα Αποστολόπουλου


Δεν είμαστε εμείς που διαλέγουμε τον μαραθώνιο  δρόμο
αλλά είναι  ο μαραθώνιος που ανοίγεται σε εμάς.
Οι μαραθώνιοι δρόμοι προτείνονται και επιβάλλονται.

Ο Ιάπωνας Μαραθωνοδρόμος Χαρούκι Μουρακάμι στο διάσημο βιβλίο του με τίτλο «όταν μιλάω για το τρέξιμο,  για ποιο πράγμα μιλάω…»  καταθέτει και τις εμπειρίες του και το     πώς έτρεξε τον Μαραθώνιο της Αθήνας το 1983.
Όλοι οι  δρομείς  τρέχουν πάντα σε ευθεία γραμμή, σωρεύοντας αγώνες «πέτρα πάνω στην πέτρα» που συγκροτούν πράγματι ένα μαραθώνιο έργο με την μία αθλητική επίδοση πάνω στην άλλη, γεμάτη με διακρίσεις, χρόνους και μετάλλια.
Αντίθετα υπάρχει και ένας άλλος τρόπος τρεξίματος, που μπορώ να τον ονομάσω «ποιητικό τρέξιμο» ένα τρέξιμο γεμάτος ελλείψεις ίσως ,που αναντίρρητα αντιβαίνει στο τρόπο αυτό του τρεξίματος, αφήνει όμως πίσω του την επίπεδη μαραθώνια προσπάθεια.
Αλλά ας  γυρίσουµε πίσω στα 1983, όταν ο Ιάπωνας Μαραθωνοδρόμος, Χαρούκι Μουρακάμι τον Ιούλιο εκείνης της χρονιάς ταξίδεψε στην Ελλάδα κι έτρεξε µόνος του από την Αθήνα µέχρι το Μαραθώνα. Έκανε δηλαδή την αντίθετη απόσταση  από την κλασική διαδρομή που έκανε ο αγγελιοφόρος της µάχης, ο οποίος ξεκίνησε απ’ το Μαραθώνα κι έφτασε στην Αθήνα.
∆εν ήταν επίσημος αγώνας κι έτρεξε ολομόναχος παρότι η Χώρα μας, η Ελλάδα είναι βέβαια η πατρίδα της αυθεντικής διαδρομής του μαραθωνίου. Όταν   είπε  το σχέδιό του να τρέξει από την Αθήνα στο Μαραθώνα, όλοι είπαν το ίδιο πράγµα:
«Είναι τρελό. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα το σκεφτόταν ποτέ».
Το τρέξιμο αυτό γεμάτο ελλείψεις,  αντιβαίνει αναντίρρητα το είδος αυτό του τρεξίματος που έχουμε συνηθίσει καθώς πορεύεται ανάποδα, ξετυλίγεται ανατρέχοντας αντίθετα στο ρεύμα, από τον τερματισμό στην αφετηρία, από τον Μαραθώνιο άθλο στην διερώτηση, από την απάντηση σε αυτό που κάνεις στο αίνιγμα γιατί το κάνεις.
Μια παράξενη μαραθώνια Οδύσσεια  αυτό το μαραθώνιο ταξίδι, δεν έχει σταθμούς και στάσεις στο δρόμο της επιστροφής, αλλά είναι μία μοναχική πορεία, του Ιάπωνα και κάθε τέτοιου  δρομέα που δεν έπαψε ποτέ να σπάει τα παλαμάρια , να απαγκιστρωθεί προκειμένου να παραμείνει με όλο του το είναι σε αυτή την μονή διαδρομή. Μια διαδρομή που δεν πρέπει ποτέ να φθάσει στην Ιθάκη.
Σε αυτό το άτυπο τρέξιμο ο κάθε δρομέας προειδοποιεί ευθύς εξαρχής να μην περιμένεις από αυτό θέσεις και  χρόνους. Για αυτόν δεν υπάρχει προτεινόμενη οδός να ακολουθήσει, προπονητική μέθοδος, η στόχος χρόνου προς εκπλήρωση.
Καθώς τρέχει σε ρεύμα αντίθετο προς τον τρόπο που συνήθως ξετυλίγεται το ανταγωνιστικό τρέξιμο , το είδος του δρομέα αυτού, εμπαίζει κάθε προσμονή από τον παρατηρητή  και συντριβεί τα σημεία αναφοράς των επιδόσεων που βρίσκονται στο βασίλειο του καθιερωμένου αθλητικού παραδείγματος.
Πόρρω απέχοντας από το πρωταθλητικό  τρέξιμο που στόχο έχει να λογοδοτεί, να συστηματοποίηση την άσκηση, ταράζει τα νερά, αρνούμενο τις προαποφασισμένες αντιθέσεις, την πολωμένη παγίωση των διακρίσεων, αποτελεί ένα νέο παράδειγμα που δεν είναι παράδειγμα.
Είναι ένα άλλο τρέξιμο, μία αθλητική γλώσσα που δεν παγιώνει και που αφήνει όλο τον χώρο της μαραθώνιας διαδρομής στη συγχρονικότητα των αντιθέσεων, υπερβαίνοντας τα σχίσματα και τις πρωταγωνιστικές διχοτομήσεις.
Σε αντίθεση με το μονοσήμαντο τρέξιμο που υποτάσσει το δρομέα και τον κάνει αντικείμενο επιδόσεων, αυτός ριψοκινδυνεύει με τρόπο πολύ Ηράκλειο να αντέξει στο παιγνίδι του αθλητικού δαρβινισμού, το τρέξιμο δίχως χρόνο, χωρίς να μειώσει όμως  τις εντάσεις που του δίνει η μαραθώνια προσπάθεια του προσφέρει
Για αυτόν ο Μαραθώνιος Δρόμος  είναι  παιχνίδι του κόσμου με τους κόσμους, στο οποίο συμμετέχει ο άνθρωπος σαν δρομέας είναι η αναζήτηση δίχως τέλος, η απέλπιδα προσπάθεια μιας πορείας προς το αδιανόητο, που στη διάρκεια της μαραθώνιας προσπάθειας σου παρουσιάζεται ως αίνιγμα που καλείται να λύσει.


*Ο Κίμωνας Αποστολόπουλος είναι οικονομολόγος, πρώην Διευθυντής της Τράπεζας Πειραιώς και συνεργάτης του salos.gr

«ΜΠΛΕΓΜΕΝΟΙ ΣΕ ΙΣΤΟΥΣ ΑΡΑΧΝΗΣ» της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη





Σκοτεινιασμένα  καταφύγια με αράχνης ιστό τυλιγμένα. Δίχως  χαραμάδα ελπίδας. Με άδεια πιάτα στη γωνιά. Μοναχικά κειμήλια, παλαιωμένα.…
Στείρα η γεύση του χαμόγελου. Στα τάρταρα ορκίστηκε  η χαρά… Δεν την άγγιξε η γλύκα του ψωμιού και η μητρική ανάσα. Μαρμαρωμένες έγνοιες στου μεροκάματου τη στράτα…
Μανταλωμένα τα παραθυρόφυλλα.  Κλέφτρες οι έγνοιες, τρυπώνουν, μ’ άγρυπνα μάτια, κατακόκκινα, ματωμένα. Δίχως  άστρα,  φεγγάρια κι ονειρέματα  ν’ ανατέλλουν σε τούτο το αντάμωμα....
Τσακισμένα σκηνικά σε θάλασσες αγριεμένες. Τρέμει το φυλλοκάρδι, ανήμπορο. Στο ξεροβόρι και στην άπνοια ίδιος ο θάνατος παραφυλάει να κλέψει του ανδρειωμένου τα σπαθιά!
Άσπερμος ο σπόρος της γενιάς. Με λανθασμένες διαγνώσεις εκτέλεσαν πισώπλατα τη κονιοποίηση τους. Ευνουχισμένος σπέρνεται σ’ εμπλουτισμένο χώμα με κόκκαλα και αίμα.
Και χρωστούμε συγνώμη γι αυτήν  τη γενιά…


Συγνώμη ήταν λάθος, τούτης της περιφρονημένης διαδρομής  η εξέλιξη. Εμείς οι γεροντότεροι, βολεμένοι και καλοταϊσμένοι αφεντάδες, δίχως μετάνοια, πορευτήκαμε... Δε ρίξαμε μια ματιά πίσω, μα ούτε κι εμπρός, να δράξουμε της ετοιμόγεννης δόξας το στεφάνι∙ τ’ άρματα να κρατήσουμε και τα ετοιμοπόλεμα σπαθιά που τροχισμένα περίμεναν∙ παρά  τ’ αφήκαμε  να σκουριάσουν, κρεμασμένα κειμήλια στις προθήκες της ακάματης γενιάς μας.
Αθώρητες έμειναν οι πληγές στα μάτια μας. Καμιά παλιά περηφάνια δεν τις γιάτρεψε αφού αξιοθρήνητα  δούλεψαν τα μυαλά  και τα μπράτσα εκείνων που ορκίστηκαν για πίστη…
Ας έλειπαν τα τραπεζώματα που έγιναν για στέρηση δική σας. Χρέη μας φόρτωσαν και υποθήκευσαν αιώνια τις ψυχές μας. Είλωτες, δούλοι δικοί τους μια ζωή γενήκαμε. Να  υπηρετούμε αφεντικά σε ξενικό και ντόπιο χώμα.
Μόλις που γευτήκαμε κάτι από λίγη δόξα… Κατέβηκε για λίγο στο λαρύγγι μας, την κοινωνήσαμε. Μας κάθισε η μπουκιά καταμεσής του φάρυγγα. Ούτε δύναμη να ξεφυσήσουμε, να διώξουμε το βάσανο που κάρφωσε σαν κόκκαλο ψαριού την ψυχή μας!..
Σπασμωδικές χειρονομίες και υποκλίσεις στους σώστες μας για μια στάλα ψωμί που δεν αρκεί μήτε για λειτουργιά και μνημόσυνο στους ατίμητους ήρωες. Τραγικές οι διαπιστώσεις, μας πνίγουν. Τάχα   τι περιμένετε για απολαβή; Η θεία δίκη τελμάτωσε. Κλεισμένες πόρτες παντού. Κι εκείνα τα τρανά συμπόσια, σπανίσανε. Οι γάμοι, οι γιορτές και   τα βαφτίσια στροβιλίστηκαν σαν ανεμοσκόρπισμα… Ζουν το ολοκληρωτικό τους ξερίζωμα. Η φυλή ορφάνεψε από γενναίους μαχητές. Μονάχα εδώ κι εκεί ετοιμοθάνατες ανθρώπινες φιγούρες αντιστέκονται του δήμιου, παρέα με κάτι ορδές βαρβάρων που σπάζουν  σε κομμάτια τη δόξα, μεταπουλώντας την….
Τ’ αμπέλια, οι ελιές και τα χρυσά χωράφια ορφάνεψαν από αμπελουργούς και κτηματίες. Κι ήταν άναρχη εκείνη η παραίτηση και η αποκοπή από της γης το σώμα. Δίχως σέβας. Δίχως πιστευτά προσχήματα. Έτσι… για τη μεγάλη ζωή που ‘ταζαν  οι μεγάλοι!  
Κουλουριαστήκαν τα κορμιά στη μαλθακότητα. Τράνεψαν τα απραγματοποίητα όνειρα  με την απουσία του ήλιου. Ταξίδεψαν με δανεικό παρά χορταίνοντας την αθεράπευτη ματαιοδοξία τους και μια ψεύτικη περηφάνια που ξεχείλισε αλλόφρονα   κι αφόρμισε τις πληγές μας...

1 Μαρτίου 2017

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη




«ΟΙ ΛΥΠΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ» ένα ποίημα του Γεράσιμου Μ.Λυμπεράτου

Σχετική εικόνα
«ΟΙ ΛΥΠΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ»
Οι λύπες της Ζωής
κρύβονται μες την σιωπή,
ως τ΄ απόβραδο
όπου το κρασί τις θεριεύει,
κι όλες μια κατάρα ακούγονται
η μια χειρότερη από  την άλλη.
Οι λύπες της ζωής
αδελφές κακόγουστες,
της μοναξιάς αδυσώπητο παιχνίδι,
που σαν η νύχτα πέφτει,
στο κρεβάτι, συνεχίζουν με εφιάλτες,
κάνοντας το ξημέρωμα
ξανά και πάλι,  βρυσούλες δακρύων.
Λύπες τις ζωής,
όταν το κρασί
δεν θα πίνεται πάνω στον πόνο
παρά στην
Μεγάλη Γιορτή του Ανθρώπου
που σίγουρα θα 'ρθει,
εκεί που η  ματιά θ' αγκαλιάζεται
με τ' αστέρια και με τα όνειρα,
και τις πληγές θα τις κλείνει
η αγάπη του κόσμου,
Εσείς, δεν θα είστε εκεί.
Οι Χαρές του Αύριο
δεν θα σας
αφήσουν ούτε να πλησιάσετε!
Γεράσιμος Μ. Λυμπεράτος
 (ΣΥΔΝΕΪ-ΠΑΤΡΑ)

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Ο Μαραθώνιος και η μάχη του Μαραθώνα

Αποτέλεσμα εικόνας για μαραθώνιος και η ιστορία του
«Δε με αφήνει να κοιμηθώ το τρόπαιο του Μιλτιάδη» («ουκ εά με καθεύδειν το Μιλτιάδου τρόπαιον»), συνήθιζε να λέει ο Θεμιστοκλής, εννοώντας ότι ζήλευε τη δόξα του Μιλτιάδη που έτρεψε σε φυγή τους Πέρσες στη μάχη του Μαραθώνα. Με τη νίκη του στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, «μπόρεσε να κοιμηθεί». Εκείνο όμως που ούτε ο Θεμιστοκλής ούτε ο Μιλτιάδης φαντάζονταν, είναι ότι τη δόξα τους έκλεψε ένας ανώνυμος οπλίτης. Μετά τη μάχη, ξεκίνησε φορτωμένος τα όπλα του κι έκανε τη διαδρομή Μαραθώνας – Αθήνα, τρέχοντας. Όταν έφτασε στο άστυ, αναφώνησε «Νενικήκαμεν» («νικήσαμε») κι έπεσε νεκρός.Ήταν ο πρώτος μαραθωνοδρόμος. Ο Ηρόδοτος δεν κάνει τον κόπο να τον αναφέρει, καθώς στα χρόνια του η αποστολή αγγελιαφόρου μετά την όποια μάχη ήταν θέμα ρουτίνας. Ο πατέρας της Ιστορίας αναφέρει μόνο τον ημεροδρόμο Φειδιππίδη που διέτρεξε σε τρεις μέρες την απόσταση Αθήνα – Σπάρτη για να μεταφέρει το μήνυμα των Αθηναίων ότι περσικός στόλος είχε φανεί στα μέρη τους και να ζητήσει από τους Σπαρτιάτες να συνδράμουν τους Αθηναίους. Πρώτος, ο φιλόσοφος Ηρακλείδης ο Ποντικός («από τον Πόντο», 388 – περίπου 310 π.Χ.), πάνω από 150 χρόνια μετά τη μάχη, έγραψε με επιφύλαξη ότι το όνομα του οπλίτη ήταν Θέρσιππος (από τον δήμο των Ερωέων). Άλλοι, σύγχρονοί του, πίστευαν ότι ο οπλίτης ονομαζόταν Ευκλής. Επτακόσια χρόνια μετά τη μάχη, τον Β’ αιώνα μ.Χ., ο Λουκιανός ανέφερε ότι το όνομα του οπλίτη ήταν Φιλιππίδης. Όμως, ο περιηγητής Παυσανίας (επίσης τον Β’ αιώνα) ως Φιλιππίδη αναφέρει τον ημεροδρόμο που ο Ηρόδοτος αποκαλεί Φειδιππίδη. Όπως και να έχει το ζήτημα, στους κατοπινούς αιώνες, η προφορική παράδοση αλλοίωσε τα γεγονότα. Η μάχη του Μαραθώνα ξεχάστηκε. Αυτή που έμεινε, ήταν η διαδρομή του ανώνυμου οπλίτη. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας, μιλούσαν για μια παλιά «νίκη των Ελλήνων σε μάχη με τους Τούρκους»: Νίκησαν οι Έλληνες και δυο άνδρες, ένας ιππέας κι ένας πεζός, ανέλαβαν να φέρουν στην Αθήνα το άγγελμα της νίκης. Ο ιππέας κάπου χάθηκε. Ο πεζός πέρασε τρέχοντας από μια περιοχή, όπου του φώναζαν «σταμάτα, σταμάτα», για να τους πει το αποτέλεσμα της μάχης. Την περιοχή την είπαν Σταμάτα. Ο δρομέας συνέχισε να τρέχει αλλά κάποια στιγμή κόντεψε να του βγει η ψυχή. Την περιοχή όπου αυτό συνέβη, την είπαν Ψυχικό. Από στόμα σε στόμα, γενιά με γενιά, το περιστατικό πήρε διαστάσεις θρύλου. Με την ανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους, μετά την επανάσταση του 1821, οι αθλητικοί  αγώνες άρχισαν να ανακτούν την παλιά τους αίγλη. Στα 1837, η γυμναστική μπήκε μάθημα στα σχολεία. Την ίδια χρονιά, έγινε προσπάθεια να αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες: Στον Πύργο της Ηλείας, πλάι στην Αρχαία Ολυμπία, 25η Μαρτίου κάθε τέσσερα χρόνια. Στα 1865, ένας νόμος μεριμνούσε για την «οριστική συγκρότησιν της των Ολυμπίων Επιτροπής». Στα 1868, ο Ιωάννης Φωκιανός ανέλαβε να οργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1870, που σημείωσαν τεράστια επιτυχία. Ήταν ο ίδιος που θα αναλάμβανε και τη διοργάνωση του 1896, την πρώτη σύγχρονη διεθνή Ολυμπιάδα. Ήδη, από το 1829, μέσα στη μέθη της ανάστασης του ελληνικού κράτους, κάποιοι Γάλλοι ξεκίνησαν ανασκαφές στην Ολυμπία. Τα ευρήματα μεταφέρθηκαν στο Λούβρο. Νέες συστηματικές ανασκαφές, Γερμανών, έγιναν ανάμεσα στα χρόνια 1875 και 1881. Ο αρχαίος χώρος αποκαλύφθηκε σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια και μαζί καλλιτεχνήματα σπάνιας τέχνης: Ο Ερμής του Πραξιτέλη, η Νίκη του Παιωνίου, τα αετώματα του ναού κ.λπ. Ο εθνικός ευεργέτης, Ανδρέας Συγγρός, έβαλε βαθιά το χέρι στην τσέπη και δημιουργήθηκε το μουσείο της Ολυμπίας που τα φιλοξένησε. Και ο επίσης εθνικός ευεργέτης, Γεώργιος Αβέρωφ, έστειλε ένα τηλεγράφημα στο παλάτι: «Αβέρωφ δωρίζει στάδιον». Και εννοούσε την αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού Σταδίου. Μεσολάβησαν οι ανασκαφές του Γερμανού ερασιτέχνη Ερρίκου Σλίμαν που αποκάλυψαν την Τροία στη Μ. Ασία (1870 – 1873) και τους βασιλικούς τάφους στις Μυκήνες (1874 – 1876). Μπροστά στην έκπληκτη Ευρώπη, η αρχαία Ελλάδα του μύθου ξαναγεννιόταν κι έπαιρνε σάρκα και οστά. Οι θρύλοι αποδεικνύονταν γεγονότα αληθινά. Τον ίδιο καιρό, στη νικημένη από τους Γερμανούς (πόλεμος 1870 - 1871) Γαλλία, δυο φίλοι, ο γεννημένος το 1832 Μισέλ Αλφρέντ Ζυλ Μπρελ και ο κατά τριάντα χρόνια νεότερός του, βαρόνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν (γεννήθηκε το 1863), μοχθούσαν για μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στη χώρα τους. Ο Κουμπερτέν την έβλεπε μέσα από την ανάπτυξη του αθλητισμού. Ο Μπρελ μέσα από την αναβίωση της κλασικής φιλολογίας, της οποίας ήταν εραστής. Στα 1892, ο Πιέρ ντε Κουμπερτέν πρότεινε να αναβιώσουν οι Ολυμπιακοί αγώνες ως διεθνής διοργάνωση. Τους ήθελε να διεξάγονται μόνιμα στη Γαλλία για να μετατραπούν σε πόλο έλξης για τη νεολαία. Για τον σκοπό αυτό, οργανώθηκε στο Παρίσι (1894) διεθνές συνέδριο. Όμως, οι συμπατριώτες του δεν έδειξαν ενδιαφέρον. Κρυφή ελπίδα των Ελλήνων που μετείχαν στη σύνοδο, ήταν να οριστεί η Ελλάδα τόπος μόνιμης τέλεσης των αγώνων. Τελικά, η απόφαση του συνεδρίου ήταν οι αγώνες να γίνονται σε διαφορετική πόλη και χώρα, κάθε τέσσερα χρόνια, με την Ελλάδα να αναλαμβάνει τιμητικά την οργάνωση της πρώτης σύγχρονης Ολυμπιάδας. Ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στο συνέδριο, λογοτέχνης Δημήτριος Βικέλας (1835 – 1908), την αποδέχτηκε. Και στο καλλιμάρμαρο μια θέση ορίστηκε για τον εμπνευστή της αναβίωσης, Κουμπερτέν, το όνομα του οποίου σκαλίστηκε στο μάρμαρο. Ημέρα έναρξης, η 25η Μαρτίου 1896, ανήμερα του Πάσχα (5 Απριλίου με το νέο ημερολόγιο). Αρχαιολάτρης, ο Μισέλ Μπρελ πρότεινε στον Κουμπερτέν να προστεθεί ένα νέο αγώνισμα που θα τόνιζε την ανθρώπινη προσπάθεια και θα συνέδεε την διοργανώτρια πόλη με το ένδοξο αρχαίο της παρελθόν: Τον δρόμο αντοχής από τον Μαραθώνα ως το Καλλιμάρμαρο, σε ανάμνηση της θρυλικής διαδρομής του ανώνυμου οπλίτη, που ανάγγειλε τη νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα. Θα ήταν η κορύφωση του συνθήματος «citius, altius, fortius» («πιο γρήγορα, πιο ψηλά, πιο δυνατά») που έγινε το σήμα των αγώνων. Και υποσχέθηκε ότι ο ίδιος θα αθλοθετούσε βαρύτιμο ασημένιο κύπελλο για τον νικητή. Η πρόταση έγινε δεκτή. Η αναγγελία του νέου αθλήματος και ο θρύλος, που το συνόδευε, σκόρπισαν ενθουσιασμό τόσο στην Ελλάδα όσο και σε Ευρώπη κι Αμερική. Από τη μια στιγμή στην άλλη, η πρωτιά στους Ολυμπιακούς αγώνες συνδυάστηκε με τη νίκη στον μαραθώνιο που ξαφνικά έγινε «εθνική υπόθεση» όλων. Οι φήμες οργίαζαν: Ως και προίκα από τον εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ λεγόταν ότι θα εξασφάλιζε ο νικητής. Μια δοκιμαστική κούρσα έφερε πρώτο τον αθλητή Χαρίλαο Βασιλάκο, που κάλυψε την απόσταση σε τρεις ώρες και 18 λεπτά. Χρόνος που μειώθηκε κατά 6 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα στην προκριματική διαδρομή, όπου νικητής αναδείχθηκε ο αθλητής Γιάννης Λαυρέντης. Η ελληνική ομάδα ήταν πολυπληθής και καλά προπονημένη. Με τον ταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλο που είχε οριστεί αφέτης, να παρακολουθεί άγρυπνα την κατάσταση. Ο μαραθώνιος όμως έμελλε να γίνει το άθλημα στο οποίο, τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, θα πρωταγωνιστούσαν νέοι άσχετοι με τον αθλητισμό. Γεγονός που του προσέδωσε μεγαλύτερη αίγλη. Ο 26χρονος τότε Σπύρος Λούης δεν είχε καιρό για αθλητισμό. Ζούσε στο Μαρούσι, έβγαζε το ψωμί του πουλώντας νερό με τη σούστα του κι αυτό που τον απασχολούσε ήταν ότι οι γονείς της καλής του, Ελένης, έδειχναν να μην τον θέλουν γαμπρό τους. Ώσπου η Ελένη άκουσε για τον μαραθώνιο και τον χαμό που γινόταν γι’ αυτόν και κατέβασε την φαεινή ιδέα: «Αν τρέξεις και νικήσεις, οι γονείς μου δεν θα μπορούν να πουν όχι». Μια κουβέντα ήταν. Ούτε είχε ξανατρέξει ούτε ήξερε πολλά για τον αθλητισμό και τον οπλίτη της αρχαιότητας. Την αγαπούσε όμως. Παρουσιάστηκε στον αθλίατρο και ζήτησε να τρέξει. Δεν ανήκε σε σύλλογο, δεν είχε προπονητή, δεν ήξερε καν τη διαδρομή. Με την επιμονή του, δέχτηκαν να τον δοκιμάσουν. Έτρεξε χίλια μέτρα κι ήρθε δεύτερος, ολόκληρα είκοσι δευτερόλεπτα πίσω από τον αθλητή που τον έβαλαν να συναγωνιστεί. Η συμμετοχή του απορρίφθηκε.Τον έπιασε μαύρη απελπισία: Έχανε την Ελένη! Για καλή του τύχη, έπεσε πάνω στον αφέτη, συνταγματάρχη Παπαδιαμαντόπουλο, του οποίου ήταν ορτινάτσα όταν υπηρετούσε στον στρατό. Ο συνταγματάρχης είπε στον αρχίατρο ότι ο νεαρός είχε τρομερή αντοχή: «Από τους Αμπελόκηπους, τον έστελνα στο Σύνταγμα για τσιγάρα και γυρνούσε σε είκοσι λεπτά». Η συμμετοχή του Σπύρου Λούη εγκρίθηκε «κατά παρέκκλισιν». Καταμεσήμερο, δόθηκε το σύνθημα της εκκίνησης: Τέσσερις ξένοι αθλητές, δώδεκα Έλληνες κι ο νερουλάς από το Μαρούσι. Ως το Πικέρμι, μπροστά πήγαινε ο Αυστραλός, πίσω του ο Γάλλος, πιο πίσω ο Ούγγρος, μετά ο Άγγλος κι ακολουθούσαν οι Έλληνες με τον Λούη τελευταίο. Στο Πικέρμι, ήπιε ένα ποτήρι κρασί να καρδαμώσει. Ξεκίνησε να τους περνά τον ένα μετά τον άλλο. Τα νέα μαθεύτηκαν στο στάδιο, όπου 60.000 θεατές κραύγαζαν ρυθμικά: «Έλλην, Έλλην». Ο Σπύρος Λούης μπήκε στο στάδιο νικητής και ακμαίος, με χρόνο 2 ώρες, 58 λεπτά και πενήντα δευτερόλεπτα, συντρίβοντας το ρεκόρ κατά δεκαπέντε λεπτά. Κανένας όμως δεν ασχολιόταν με το ρεκόρ. Χαμένος στις αγκαλιές παραληρούντων πριγκίπων και απλών Ελλήνων, ζούσε τον θρίαμβό του. Ξενύχτησε διασκεδάζοντας. Του υποσχέθηκαν λαγούς με πετραχήλια. Κατάφερε να πάρει μια καινούρια σούστα. Και βέβαια να παντρευτεί την Ελένη. Ποιοι γονείς μπορούσαν ν’ αρνηθούν στον ήρωα; Δεν ξανάτρεξε. Η νίκη του όμως έκανε τον γύρο του κόσμου: Ένας άσχετος με τον αθλητισμό κατάφερε να νικήσει έμπειρους και προπονημένους αθλητές, σε μια πολύ δύσκολη διαδρομή: Αυτήν που είχε καλύψει, το 490 π.Χ., ο ανώνυμος οπλίτης. Η μάχη του Μαραθώνα και το δράμα του οπλίτη που πέθανε, αναγγέλλοντας τη νίκη, ξαναβγήκαν στο προσκήνιο. Στη Βοστόνη των ΗΠΑ, από τον αμέσως κιόλας επόμενο χρόνο (1897), καθιερώθηκε ετήσιος μαραθώνιος δρόμος που διεξάγεται ανελλιπώς κάθε άνοιξη. Παράλληλα, η νίκη του Σπύρου Λούη έβαλε στα αίματα κι άλλους, άσχετους με τον αθλητισμό. Η δεύτερη σύγχρονη διεθνής Ολυμπιάδα έγινε στο Παρίσι, το 1900. Με τον μαραθώνιο να συγκεντρώνει το διεθνές ενδιαφέρον. Και με νικητή ένα φούρναρη που διέθετε μαγαζί στο κέντρο της γαλλικής πρωτεύουσας: Από μικρό παιδί, ο Μισέλ Τεατό έτρεχε στους δρόμους της πόλης, μοιράζοντας στα σπίτια ψωμί. Ήξερε απέξω και ανακατωτά όλα τα κατατόπια της διαδρομής, η οποία δεν είχε τις δυσκολίες και τα κατσάβραχα που αντιμετώπισαν οι μαραθωνοδρόμοι της Αθήνας. Η νίκη του προκάλεσε θύελλα ενθουσιασμού στους Γάλλους φιλάθλους και δημιούργησε έκρηξη σοβινισμού. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου 60 χρόνια, ώσπου να αποκαλυφθεί από τον ιστορικό του γαλλικού στίβου, Αλέν Μπουιγέ, ότι τελικά ο Μισέλ Τεατό δεν ήταν Γάλλος αλλά υπήκοος του Λουξεμβούργου, χώρας στην οποία πλέον χρεώνεται επίσημα το χρυσό μετάλλιο της διοργάνωσης. Η επίδοση του (2 ώρες 59 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα) ήταν κατά ένα λεπτό κατώτερη από του Λούη που επιτεύχθηκε στην «αφιλόξενη» κλασσική διαδρομή Μαραθώνα – Αθήνας. Ο θρίαμβος, όμως, έκανε τον Τεατό εκατομμυριούχο, καθώς στα επόμενα χρόνια ο φούρνος του δεν προλάβαινε να τροφοδοτεί πελάτες: Όλοι ήθελαν να γνωρίσουν από κοντά τον χρυσό Ολυμπιονίκη! Στην τρίτη Ολυμπιάδα, στο Σαιν Λούις των ΗΠΑ (1904), για μια ακόμα φορά, ο μαραθώνιος αποτέλεσε το κέντρο ενδιαφέροντος των αγώνων. Με τις περιπέτειες του ταχυδρόμου Φέλιξ Καρβαγιάλ, από την Αβάνα της Κούβας, να γίνονται πρωτοσέλιδο στις αμερικανικές εφημερίδες. Σε αθλητικούς αγώνες δεν είχε ποτέ συμμετάσχει. Κι ούτε γνώριζε πόσα χιλιόμετρα είναι η απόσταση που καλύπτει ο μαραθώνιος. Είχε όμως τρομερή αντοχή και ποτέ δεν έδειχνε να έχει κουραστεί. Γνωστοί και φίλοι τον έπεισαν να δηλώσει συμμετοχή. Το πρόβλημά του ήταν ότι δεν είχε χρήματα για το μεγάλο ταξίδι κι ούτε στην φτωχή και ταλαιπωρημένη πατρίδα του βρισκόταν κάποιος να τον χρηματοδοτήσει. Ξεκίνησε να δίνει παραστάσεις στις πλατείες, κάνοντας τον κλόουν. Κατάφερε και μάζεψε κάποιο ποσό που του φάνηκε ικανοποιητικό. Πήρε το πλοίο για τις ΗΠΑ και βγήκε στη Νέα Ορλεάνη ταπί. Τα είχε χάσει όλα στα χαρτιά και στα στοιχήματα. Και το Σαιν Λούις απείχε ολόκληρα πεντακόσια χιλιόμετρα από το λιμάνι. Το έκοψε με τα πόδια. Έφτασε έγκαιρα και είχε την τύχη να τον πάρει κάτω από την προστασία του ο Μάρτιν Σέρινταν, ολυμπιονίκης στη δισκοβολία. Λίγο πριν από την εκκίνηση, θυμήθηκαν ότι ο Φέλιξ Καρβαγιάλ δεν διέθετε αθλητικό σορτσάκι. Ο Σέρινταν πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε τα μπατζάκια του παντελονιού, οπότε ο Φέλιξ έμοιαζε κάπως με αθλητή. Στην αφετηρία, δυο Αφρικανοί της φυλής των Ζουλού, ο Λεντάου και ο Γιαμασάνι, προαλείφονταν για τα μετάλλια με τον Κουβανό Καρβαγιάλ να συγκεντρώνει τις προτιμήσεις του κοινού. Ο Γιαμασάνι καταποντίστηκε. Ο Λεντάου είχε την ατυχία να βρεθεί στον δρόμο μιας αγέλης σκυλιών που τον πήραν στο κυνήγι. Το έβαλε στα πόδια αλλά προς λάθος κατεύθυνση. Όταν απαλλάχθηκε από τον μπελά και ξαναπήρε τον δρόμο για το τέρμα, ήταν αργά. Κατάφερε να τερματίσει ένατος.Ο Κουβανός το διασκέδαζε: Σταματούσε όπου έβλεπε συγκεντρωμένους φιλάθλους κι έκανε πρακτική στα αγγλικά του, έτρωγε συνέχεια, σταματούσε και έκλεβε φρούτα από τους κήπους και βούτηξε δύο ροδάκινα από το αυτοκίνητο ενός κριτή. Παρ’ όλ’ αυτά, πήγαινε για μετάλλιο. Ως την ώρα που άρχισαν οι κράμπες στο στομάχι του και τον εξόντωσαν. Έμεινε 4ος . Ποτέ κανείς μετά τον αγώνα του Σαιν Λούις δεν έμαθε κάτι για την τύχη του. Το βέβαιο είναι ότι δεν ξανάτρεξε σε αγώνες. Είχαν περάσει 3 ώρες και 13 λεπτά όταν ο Αμερικανός Φρέντ Λοτζ μπήκε στο στάδιο πανηγυρίζοντας. Μετά, ακυρώθηκε. Στην ουσία, είχε τρέξει μόλις 28 χλμ., καθώς μετά τα πρώτα 16, ανέβηκε σε ένα αυτοκίνητο, από το οποίο κατέβηκε δώδεκα χλμ. πριν από ο στάδιο. Νικητής τελικά αναδείχθηκε ο αμερικανός Τόμας Χικς που κι αυτός θα είχε ακυρωθεί, αν ίσχυαν οι σημερινοί κανονισμοί: Όπως ο ίδιος αποκάλυψε, στη διάρκεια της κούρσας είχε πάρει δόσεις στρυχνίνης και κονιάκ. Ο τελευταίος φολκλορικός μαραθώνιος έγινε στο Λονδίνο, στην Ολυμπιάδα του 1908. Ο Ντοράντο Πιέτρι έβγαζε το ψωμί του δουλεύοντας στα χωράφια του χωριού Κάρπι, λίγο έξω από τη Μοντένα της Ιταλίας. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε τρέξει σε αγώνες, ούτε υπήρξε αθλητής. Η Ολυμπιάδα του 1908 είχε προγραμματιστεί να γίνει στη Ρώμη. Ο Πιέτρι ενθουσιάστηκε. Ονειρευόταν συμμετοχή στον μαραθώνιο και (γιατί όχι;) ένα μετάλλιο. Όμως, μια έκρηξη του Βεζούβιου (1906) προκάλεσε τόσο μεγάλες καταστροφές που λίγο έλειψε να καταρρεύσει η ιταλική οικονομία. Οι Ιταλοί σήκωσαν τα χέρια. Η διοργάνωση μεταφέρθηκε στο Λονδίνο κι ο Πιέτρι ήταν αργά για να κάνει πίσω, πολύ περισσότερο που όλα τα μέλη της ιταλικής αποστολής θαύμαζαν την αντοχή του. Στη διαδρομή, τα πήγαινε καλά. Στα τελευταία μίλια το γκρουπ των πρωτοπόρων απαρτιζόταν από τον Ντοράντο και τους Χέινς (ΗΠΑ), Έφερον (Ν. Αφρική) και Φορσάου (ΗΠΑ). Οι φίλαθλοι τους αποθέωναν και φώναζαν, πόσα μίλια απέμεναν μέχρι τον τερματισμό. Ο Ντοράντο δεν ήξερε αγγλικά. Κατάλαβε μόνο τη λέξη «μίλι» και νόμιζε ότι οι φίλαθλοι του φώναζαν πως τόσο μόνο του απέμενε. Ξεκίνησε μια φοβερή επίθεση, ξέφυγε από τους υπόλοιπους, έτρεχε – έτρεχε αλλά στάδιο δεν έβλεπε. Τα πρώτα σημάδια της τρομερής κούρασής του είχαν αρχίσει να τον επηρεάζουν έξω από το στάδιο. Μπήκε πρώτος, παραπαίοντας και τρικλίζοντας, πηγαίνοντας με κόπο προς το νήμα. Έπεσε τρεις φορές κάτω, μέσα σε σύννεφα σκόνης. Σηκωνόταν όμως και συνέχιζε την επίπονη προσπάθεια. Ήθελε ένα δυο βήματα ακόμα, όταν κατέρρευσε, ενώ στο στάδιο έμπαινε ο Αμερικανός Τζον Χέινς, με διαφορά 32 δευτερολέπτων. Τότε, ο συγγραφέας των μυθιστορημάτων με ήρωα τον Σέρλοκ Χολμς, Κόναν Ντόιλ, πήδηξε στον στίβο και μαζί με άλλους θεατές και τον υπεύθυνο των κριτών, Τζάκ Άντριου, σήκωσαν τον Ντοράντο Πιέτρι και τον βοήθησαν να τερματίσει. Την ίδια ώρα ετοιμαζόταν το βάθρο των απονομών, ενώ η ιταλική σημαία είχε μπει ήδη στον ιστό. Οι Αμερικανοί υπέβαλαν αμέσως ένσταση που δεν δυσκολεύτηκαν να κερδίσουν. Ο Χέινς ανέβηκε στο ψηλότερο σκαλί. Ο Ντοράντο μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με παραλήρημα, σε κατάσταση σοκ. Δυο μέρες αργότερα, η βασίλισσα Αλεξάνδρα τον επισκέφτηκε και του απένειμε χρυσό κύπελλο. Ο θρύλος του έγινε τραγούδι από τον Ίρβιγκ Μπέρλιν, ενώ μήνες αργότερα κατάφερε να κερδίσει αρκετά χρήματα μεταπηδώντας στον επαγγελματισμό και τρέχοντας κούρσες στις ΗΠΑ. Κυρίως κόντρα στο νικητή του, Τζον Χέινς, τον οποίο κέρδισε δύο φορές στη Ν. Υόρκη (1908 και το 1909). Όταν γύρισε στην Ιταλία, έγινε ταξιτζής, ενώ το υπουργείο Αθλητισμού του έδωσε ένα σημαντικό ποσόν για να ασχοληθεί με την αναζήτηση ταλέντων του μαραθωνίου δρόμου. Στις μέρες μας, εκατοντάδες μαραθώνιοι διοργανώνονται κάθε χρόνο σ’ όλη τη γη. Σ’ αυτούς συμμετέχουν εκατοντάδες χιλιάδες δρομείς. Με περίπου 3.000 δρομείς να τρέχουν στον κλασσικό μαραθώνιο της Αθήνας που παραμένει αυτός στον οποίο κάθε μαραθωνοδρόμος θεωρεί τιμή του να συμμετάσχει. Οι λοιποί πιο δημοφιλείς είναι του Λονδίνου, όπου κάθε χρόνο συμμετέχουν 35.000 δρομείς, και φυσικά της Βοστόνης.

(Ιστορία του Έθνους, 25.4.2009) (τελευταία επεξεργασία, 27.4.2010)

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΚΑΛΩΝ ΤΕΧΝΩΝ ΠΑΤΡΑΣ «ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ» ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ "ΠΟΛΙΤΕΧΝΟΠΟΛΗ ΜΑΡΣΥΑΣ" ΤΙΜΗΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ «ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ.


Φωτογραφία του χρήστη Συλλογος Καλών Τεχνών Πάτρας "Κωστής Παλαμάς".
Σε μια έντονη καλλιτεχνική και επιμορφωτική ατμόσφαιρα με την παρουσία πλήθους φιλότεχνου κοινού έγιναν τα εγκαίνια του Συλλόγου Καλών Τεχνών Πάτρας «Κωστής Παλαμάς» για να τιμήσουν την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.
Η εκδήλωση συμπεριελάμβανε ομιλία του Προέδρου του Συλλόγου, καθηγητή Θεόδωρου Μαλλιά με τίτλο « 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης» για να τιμήσουμε τα 74 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου μας ποιητή, συμπολίτη μας Κωστή Παλαμά.
Απαγγέλθηκαν ποιήματα από το φιλότεχνο κοινό καθώς και από τα μέλη του Συλλόγου, τα έργα των οποίων εντυπωσίασαν και το πλέον απαιτητικό φιλότεχνο θεατή, τόσο για την καλλιτεχνική τους εκτέλεση αλλά και για την πλούσια θεματογραφία τους.

Για τις σημαντικές αυτές δημιουργίες τους απονεμήθηκαν αναμνηστικά τιμητικά διπλώματα.
Επίσης τιμήθηκε η μνήμη της γνωστής καταξιωμένης ζωγράφου, Αγγελικής Αργυροπούλου, ιδρυτικό μέλος του Συλλόγου και ακούστηκε προσωπική απαγγελία του συμπολίτη μας ποιητή Κωστή Παλαμά.


Οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες:

Αρταβάνης Κων/νος, Αντωνακοπούλου Αικατερίνη, Αποστολόπουλος Γεράσιμος, Βούρτσης Δημήτρης, Γιάχου Γεωργία, Γεωργίου Λουκάς, Δημητροπούλου Χριστίνα, Θεανίδης Βασίλης, Θεοδωροπούλου Μαριλένα, Θεοδωρόπουλος Βασίλης, Θωμολάρη Βασιλική, Κανελάκης Γιώργος, Κατσαίτη Θεοδώρα, Καλημάνη Ιωάννα, Κλώνης Θεοφάνης, Κολοβού Μαρία, Λαλιώτη Κυριακή, Λενακάκη Βούλα, Λυκουργιώτης Ιωάννης, Μαλλιάς Θεόδωρος, Μικές Βασίλης, Μπεντενίτης Νικόλαος, Παπαιωάνου Ιωάννα, Παπαθεοδώρου Γρηγόρης, Παπαλεξάτος Ελευθέριος, Σουβαλιώτη Μαριάννα, Σουρβίνου Ελπίδα, Τσιρώνης Νικόλαος, Χείρας Δημήτρης, Χρύσανθος.

Παρουσίαση εκδήλωσης: Δαράτου Βικτωρία
Χορηγός επικοινωνίας: 97,4 Καρατζάς Δημήτρης Χορηγός: Ψητόπολης.


Δήλωση συμμετοχής, στην επόμενη μεγάλη εκδήλωση του Μουσείου Ακρόπολης στις 5 Απριλίου. 

Από τον Σύλλογο Καλών Τεχνών Πάτρας «Κωστής Παλαμάς».
O Πρόεδρος 

Θεόδωρος Μαλλιάς




Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Eαρινή Έκθεση του Συλλόγου Καλών Τεχνών Πάτρας "ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ" με θέμα: ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΕΣ στα Παλαιά Δημοτικά Λουτρά. Εγκαίνια στις 21 Μαρτίου, 2017.

Φωτογραφία του χρήστη Συλλογος Καλών Τεχνών Πάτρας "Κωστής Παλαμάς".

«ΤΡΙΛΙΖΑ» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη

Αποτέλεσμα εικόνας για τριλιζα
Τρίλιζα παίζεις με χαλίκια
πάνω σε δυο γραμμές που χάραξες
στου φίλου σου τα δεκανίκια.

Δεν είχες κότσια να πατήσεις
ούτε μυαλό για να σκεφτείς
ξένες ιδέες είχες κλέψει
και τον καθρέφτη σου είχες στρέψει 
σ’ αυτά που ήθελες να δεις.

Γραμμένη ιστορία το μερίδιο,
εκείνο της ευθύνης, που ‘χες διώξει
και το ‘κανες ζωής δίκαιο κριτήριο.

Τώρα τρέχεις και δεν φτάνεις...
Θα προλάβεις να τρατάρεις;
Θα πληρώσεις τα σπασμένα
κι όλα όσα έχεις κλεμμένα;
Ή θα παίζεις τα χαλίκια
στου λαού τα δεκανίκια;

5 Απρίλη 2016

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

«ΤΟ ΔΩΡΟ» στίχοι της Μαρίας Κολοβού - Ρουμελιώτη



ΤΟ ΔΩΡΟ

Το δώρο που εζήτησες μια Κυριακή πρωί
Ήτανε  σώμα τ’ ουρανού ριγμένο σε ποτήρι
Κοινώνησε απ’ το δάκρυ σου την τίμια πληρωμή
Και την  ψυχή σου γέμισε ύμνους απ’ το ψαλτήρι.
Ελύγησε το σώμα σου σαν στάχυ καρπερό
Που τρομαγμένο ξύπνησε από τη στέρφα ξέρα
Και ζώθηκε η ανάσα σου το ζωντανό Χριστό
Που τη ζωή σπλαχνίστηκε κι ας ζούσε σαν εταίρα.
Το δώρο που παρέλαβες ήταν δώρο θεού
Που χρόνια ζυμωνότανε   στου κόσμου το λαήνι
ξεθάφτηκε απ’ την άβυσσο το κάρμα του εαυτού
ντύθηκες μοσχολίβανο από το θυμιατήρι.
Κι ήταν ανάλαφρο φιλί αγγέλου φωτεινού
Που της αγάπης τ’ άγημα το τύλιξε στο σώμα
Γιατρεύτηκε  το ράγισμα τ’ ανήμπορου φτερού
Στρωμένο  ροδοπέταλα σε   παραδείσου πόρτα.

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

 Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη



«ΘΑΛΑΣΣΑ ΕΙΣΑΙ!...» στίχοι της Μαρίας Κολοβού Ρουμελιώτη


Σχετική εικόνα
ΘΑΛΑΣΣΑ   ΕΙΣΑΙ!... 

Θάλασσα είσαι αγριεμένη
που τα γαλάζια μάτια σου
χάνονται  στο άσπρο του αφρού  σου.
Θάλασσα είσαι απέραντη
που ο ήχος της φωνής σου χάνεται
μέσα στον παφλασμό των κυμάτων σου.
Θάλασσα είσαι πολυτάραχη
που ο κόρφος σου βαραίνει
από κουφάρια ναυαγών και μαλάματα.
Θάλασσα είσαι που να μην ήσουν!...

Θάλασσα είσαι και καταριέμαι την στιγμή
που έγινα το ακρογιάλι σου.
Να χτυπάς πάνω το κύμα σου
κι εγώ να αφρίζω απ’ το κακό μου.
Θάλασσα είσαι
κι εγώ Οδυσσέας πολυταξιδεμένος
που ‘χασα το καράβι και τους ναύτες μου μαζί σου.
Θάλασσα είσαι
κι εγώ προσμένω να γαληνέψεις…
Να δω στα βάθος του ορίζοντα  σου, την Ιθάκη μου.

Θάλασσα είσαι
και τρίζουν τα κατάρτια του κορμιού μου.
Η τρίαινα του Ποσειδώνα
δε δάμασε ακόμη τον θυμό σου.
Θάλασσα είσαι…
Μου τσάκισε τα κόκαλα η αλμύρα σου,
μου ‘λιωσε τα πανιά του καραβιού μου∙
βαρκούλα που να ‘βρω μεσοπέλαγα
να γλυτώσω απ’ τα πελώρια κύματά σου;
Θάλασσα είσαι ατέλειωτη και ονειροταξίδευτη!
Θάλασσα είσαι… που να μην ήσουν!

 Μαρία Κολοβού - Ρουμελιώτη



"ΜΑΝΑ ΠΕΙΝΑΩ" του Χρήστου Θωμά. (Από το αρχείο της Αλεξάνδρας Παυλίδου Θωμά).

Αποτέλεσμα εικόνας για αλεξάνδρα παυλίδη θωμά

Τα χρόνια ήταν δύσκολα και μελαγχολικά. Το σπίτι ήταν μικρό δυο κάμαρες. Δυο κάμαρες με μια σκάλα πέτρινη που κατέβαινε στο κατώι. Αυτό το σπίτι πρέπει να το είχε ο αγάς για τους υπηρέτες του.
Άργησαν να κατεβούν στην Παραμυθιά. Δεν ήρθε και κανένας από το χωριό τους. Όλοι τράβηξαν κατά τα Γιάννενα.
Πριν γεράσει ο πατέρας της, βοήθαγε και κείνη και η μάνα της και έβαναν κάρνα και τα πήγαινας στα Γιάννενα στα μαγαζιά. Τώρα όλα τα ερήμωσε ο πόλεμος. Πόσες φορές, δεν είδαν τα χωριά τους να καίγονται; Πόσες φορές δεν κρύφκαν κάτω από σπέλες και από πάνω πέρναγαν οι οχτροί. Γερμανοί, Ιταλοί, Τσάμηδες. Και ύστερα, οι δικοί μας οχτροί μεταξύ τους ήταν και αυτοί. Εχθροί ήταν όλοι. Και καλά οι ξένοι, μα και οι δικοί τους. Ναι και οι δικοί τους. Τους άρπαζαν το ψωμί, μα που να μιλήσεις. Χωριανοί τους ήταν και οι από δω και οι από κει. Έτσι στον εμφύλιο ήρθαν στην Παραμυθιά. Καλά ήταν. Ο κόσμος όλος γράφκε στα ντεφτέρια. Το χωριό τους δεν είχε καεί. Έτσι δεν μπορούσαν να πάρουν φράγκο. Είχαν και πατέρα στα ξένα χαμένον. Ούτε γράμμα ούτε γραφή.
Και η Παραμυθιά ήταν πολύ όμορφη, έτσι που ήταν χτισμένη στην πλαγιά,όπως το χωριό τους. Και οι δρόμοι είναι γκαλντερίμια έτσι είναι τα χωριά που είναι σε πλαγιά. Και στο χωριό τους, τα σπίτια είναι δίπατα και τρίπατα όπως του Μάντζιου και του Σαράκη. Δεν είναι όμως κάστρα, όπως των αγάδων. Τι κάστρα δηλαδή γκρεμισμένα καταστραμμένα σε πιάνει φόβος σαν διαβαίνεις μπροστά.
Το κατηφορικό έδαφος τους ανάγκαζε να κάνουν κατώγια και γκουμπέδες.. Μέσα στο κατώι έβαζαν τα λίγα ζωντανά τους, μια κατσίκα και λίγες κοτούλες το γομάρι και τα πρόβατα. Οι αγάδες σίγουρα σε τούτα τα τεράστια σπίτια δεν βάζανε ζώα κάπου θα είχαν υποστατικά όπως είχαν και κάποιοι στο χωριό τους.
Κλειδωναν καλά το κατώι και έβαζαν σε μια τρύπα που είχαν στον τοίχο για να βγάζουν τις κότες μια μεγάλη πέτρα και μια πλάκα. Μέσα έβαζαν σε μια γωνιά χωρισμένη με τσατμά το λίγο τυρί που έκαναν από την κατσικούλα τους. Κάθε τρεις μέρες μάζευαν το γάλα οι τρεις γειτόνισσες και ΄εβαζαν τυράκι.Μια μέρα η μια, μια μέρα η άλλη και την πριάλη μέρα η τρίτη.
Έτσι το γάλα ήταν περισσότερο και γένουνταν μια τσαντίλα τυρί ίσα με μια οκά.Το τυρόγαλο δεν το πέταζαν, με αυτό έκαναν γκίζα που την έβαζαν μέσα σε τομάρι από κατσίκι, το ασκί.
Την γκίζα την έκαναν και ξερή όπως τώρα τη μυζήθρα για μακαρόνια. Ήταν τόσο αρμυρά που δεν γλωσσιάζονταν.
Δεν θυμάμαι ποια χρονιά ήταν, μα όπως άκουγα από τις γειτόνισσες εκείνη τη χρονιά έχασαν το λίγο στάρι που είχαν σε μια σποριά τόπο. Πριν το θερισμό έπεσε χαλάζι θιάμα ίσα με λεφτόκαρο Έπεσε πείνα μεγάλη. Πολλές οικογένειες ζήταγαν βοήθεια από τη Μητρόπολη. Δεν γνώριζαν κανέναν, που να πήγαιναν.
Ετούτη η πείνα έμοιαζε με της κατοχής. Τα βράδυα έκαναν ζεματήρα. Νερό με λίγες σταγόνες λάδι και μέσα λίγο ψωμί να φουσκώσει και πολύ καφτερό κόκκινο πιπέρι. Το μοίραζε η μάνα με το ξύλινο χουλιάρι.. Μια κουταλιά δική της δυο του παιδιού του ασκάραντου και μια και μισή της τσούπρας.
Ήταν μεγαλύτερη. Κοίταγε με θυμό τη μάνα της. Και κείνη πεινάει κι ας μη φωνάζει πεινάω, όπως το ασκάραντο.
Ο Χρήστος πήρε το τσιμπολόι με το βιβλίο και το τετράδιο, και πήγε για το σχολείο. Δεν πρόλαβε να φτάσει στο σχολειό τα πόδια του λύγισαν, τα ματάκια του έκλεισαν και έπεσε καταγής.
Έτρεξε μια γυναίκα και φώναξε, ουι χαλασιά μου, πέθανε το παιδί τση Μπίλως..
Αλαφασμένες έτρεξαν να της πάνε το χαμπέρι. Ο Χρήστος έπεσε κει σιακάτου μπαϊλντισμένος.
Έτρεξε κουτρουβαλώντας στα γκαλντερίμια.Με τα ποδάρια της απόδετα.
Το άρπαξε το έβαλε στην αγκαλιά της και άρχισε να το μοιρολογάει. Χρήστο μου παιδάκι μου.
Σκάσε, της είπε η αδερφοπτή της. Σκάσε, το παιδί δεν έχει τίποτε.
- Άντε μη σου πω καμιά κουβέντα βαριομέζα που το παιδί δεν ανοίγει τα μάτια να με δει, και συ λες πως δεν έχει τίποτας.
Μέσα στην ποδιά της, καθώς το ζέσταινε, άκουσε να της λέει, μάνα ψωμί και ξανάκλεισε τα ματάκια του.
Ήταν δώδεκα χρονών και χώραγε στην ποδιά της.
Κοίταξε τον κόσμο που είχε μαζευτεί. Αντράπκε, άκουσαν όλοι το παιδί να λέει μάνα ψωμί, μάνα πεινάω.
Μπορεί να πείναγαν όμως δεν ήθελε να το ξέρει ο κόσμος. Είχε μπάλα. Ποτέ δεν ζήτησε τίποτε και το μόνο που ζήταγε ήταν δουλειά, μα δεν την έπαιρναν. Ήταν γριά στα εξήντα της χρόνια.
Η αδερφοπτή της, την κοίταξε με πόνο. Σύρτο στη μητρόπολη να του δώσουν αλεύρι και τυρί γάλα και ρούχα, να του δώσουν λεφτά τώρα που είναι άρρωστο, σύρτο.
Δεν είμαι γραμμένη, το ξέρεις τι μου λες.
Σύρε να ταΐσουν το παιδί και μετά θα μπορέσεις να γραφτείς.
Πάνω από το κεφάλι της ήταν μια κυρία καλοντυμένη. Φορούσε και μια άσπρη ποδιά λουλουδάτη γυρισμένη σιαπάνου, κάτι είχε μέσα.
Πήρε παράμερα την αδερφοπτή της μάνας και της έδωσε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί. Είχε και ένα ντενεκεδάκι με γάλα.
Αύριο εδώ τους είπε.
Την άλλη μέρα στο ίδιο μέρος, η μάνα περίμενε τη γυναίκα. Δεν ήταν ξένη την ήξερε από το χωριό. Ένοιωθε ντροπή, μα το παιδί της ήταν σε κίνδυνο.
Ήρθε και της έδωσε γάλα και ψωμί. Κοίτα να δίνεις στο παιδί και ένα αυγό…… Ξέρω- ξερω, όμως το παιδί έχει αδενοπάθεια, χρειάζεται καλή τροφή. Στο χωριό μας δεν έχετε κανέναν;
Χουχλουβάγιες θα λαλάν στο σπίτι μας,έχουμε χρόνια που γυρίζουμε σαν τους γύφτους. Πότε στα Γιάννενα πότε στα χωριά. Και τώρα εδώ λέμαν να στήσουμε κορωνιό.
Όσο είστε εδώ εγώ θα κοιτάω το παιδί, όμως στο χωριό θα μπορείς να βάνεις και ένα μποστάνι, λίγο λιανό, λίγα καλαμπόκια. Σύρε το παιδί θέλει καλό φαΐ. 
Άνοιξε το σχολειό και στο χωριό μας. Είναι δάσκαλος ο Αγγελίδης. Να δεις πως θα είναι καλύτερα στο χωριό.
Σε λίγες μέρες έμασε το καταντιό του σπιτιου έδεσε την κατσίκα με μια τριχιά και ανηφόρισε κατά τη σκάλα.
Το παιδί γκότσι.
Πως να ανεβείς τούτη την ανηφοριά δύσκολο. Το παιδί πότε κοιμούνταν και πότε ζήταγε λίγο ψωμί. Μάνα πεινάω. Δίπλα της η τσούπρα της, ανέβαινε τραβώντας την κατσίκα ενώ σε ένα σακκούλι στην πλάτη είχε δυο κότες. Τις άλλες τις πούλησαν.
Εκεί στο χωριό τα πράγματα πήγαν καλά. Έδιωξε τις χουχλουβάγιες από το σπίτι. Παρακάλεσε τα σόγια να της δώσουν κάνα θηλυκό κατσικάκι η προβατάκι, να το μεγαλώσει να πιάσει κοπάδι, και άλλο κανένα ζώο και να τους το γυρίσει άμα πιάσει μαγιά.. Πήγαινε όπου είχαν σκάλο, θέρο, παντού. Έτρεχε στις δέσες για το νερό. Κόπος πολύς.
Ανάπιακε το νοικοκυριό της. Σε δυο χρόνια ξανά στην Παραμυθιά να πάει το παιδί στο γυμνάσιο.
Τώρα είχε είκοσι πρόβατα και μια γίδα. Έβανε μποστάνι, καλό καλαμπόκι και λιανό. Θα πούλαγε τα αρνιά ένα το μήνα θα μάζευε και ότι μπορούσε να μάθει γράμματα το παιδί. Η τσούπρα ήταν κουφή, αυτή ήταν για τα χωράφια θα έμενε στο χωριό. Άκουγε δηλαδή μα δεν άκουγε καλά και έτσι τη φώναζε όλο το χωριό η κουφή..
Και πήγαν στην Παραμυθιά πολλά παιδιά απ΄ το χωριό τους.
Και νοίκιασαν ένα δωμάτιο ο Χρήστος, ο Μέλτος, και ο Θόδωρος. Ήταν σόι τα τριά παιδιά από το χωριό δυο αδέλφια και κείνος. Τότε για να πας γυμνάσιο έδινες εξετάσεις και μπήκαν με την πρώτη και οι τρεις. Και πήγαιναν σκολειό με τα καπέλα τους με παπούτσια τους έστω και μπαλωμένα.
Έφερναν οι μάνες ψωμί κάθε Σάββατο και ξύλα στην πλάτη να τα πουλήσουν στο παζάρι να πάρουν ότι χρειάζονταν τα παιδιά, μα και αλάτι και βαφές για τις φλοκιάρες.
Έφερναν και τα ρούχα καθαρά, ασιδέρωτα, που σίδερο στο χωριό τότε. Τα έβαζαν κάτω από το κρεβάτι να στρώσουν.
Τη δεύτερη χρονιά ο Χρήστος λιγοθύμησε. Τρόμαξαν τα παιδιά. Φώναξαν βοήθεια.
Πήγαν σκιαγμένα γρήγορα στον τηλέγραφο να πουν στο χωριό τα χαμπέρια.Ο τηλέγραφός δεν έπιανε. Ποιος να πάει και ποιος θα μείνει, έριξαν σπορτίτσα.Θα πάει ο Μέλτος. ο Μέλτος τρομαγμένος μα έπρεπε να πάει ήταν φίλοι πάντα. Εφτά ώρες περπάταγε. Έτρεμε το φυλλοκάρδι του όταν άκουγε σκυλιά μα έφτασε στο χωριό… Ο Μέλτος και ο Χρήστος, έτσι έμειναν ως το θάνατό τους φίλοι. Σαν είδε η μάνα το Μέλτο τση κόπιε η ανάσα.
Και πήραν το δρόμο για την Παραμυθιά. Έφτασαν. Είχε περάσει μια ολόκληρη μέρα. Η δόλια η μάνα έτρεμε ήθελε να μάθει για το παιδί. Της είπαν πως πήγε ο γιατρός μόνος του να το δει.
Διάγνωση, μεγάλη αδενοπάθεια. Συνταγή, φάρμακα μα και καλό φαγητό. Βούτυρο, γάλα αυγό και κρέας.
Γεμάτη απόγνωση το πήρε καβάλα στο γομάρι του Σωτήρη για το χωριό. Τώρα ήταν μεγάλος δεν ήταν σαν τότε που τον πήγε στην ποδιά και γκότσι. Αλήθεια τώρα ήταν μεγάλος ή τότε ήταν πιο γερή;
Όταν έφτακε στο σπίτι, έβαλε το σκουσμό. Τώρα τούτο το παιδί είναι σακάτικο. Μπορεί να μην ξαναπάει στο γυμνάσιο.
Λύθκε το κορμί της ετούτο ήταν η απαντοχή της, τα άλλα έφκαν για την Αθήνα, έπιακαν δουλειά, τούτο ήταν άρρωστο πα να πει φθισικό. Της είπε ο γιατρός ο στραβοτσιάγουλος, πως άμα του δίνει να τρώει θα γένει καλά και θα πάει ξανά στο γυμνάσιο.
Χάρκε, και έβγαλε το σκασμό, μετά ανασκουμπόθκε και έβαλε τα δυνατά της, μέχρι πλάκες έστηνε, στο σώχωρο να πιάνει τσιρούλια να τα ψένει να τρώει το παιδί.
Πήγαινε για τα πρόβατα και μάζευε μπόρπολα να του ψήνει να τρώει. Μέχρι σκατζόχερι έσφαξε για το παιδί της. Έτρωγαν και οι άλλοι στο χωριό τους.
ο γιατρός όταν περνούσε κατά τα χωριά, πέρναγε να δει το παιδί. Τα μάγουλά του άρχισαν να κοκκινίζουν. Πάχυνε,ψήλωσε, και η μάνα καμάρωνε πως έκανε το τυρί τους χωρίς βούτυρο. Το βούτυρο το έβγαζε στη βλάντα για το παιδί της, να το βάνει σε λίγο ψωμί.
Του έφερε ο γιατρός βιβλία από την Παραμυθιά, δικά του βιβλία, να διαβάζει να μη χάσει τη χρονιά.
Και διάβαζε και έπαιζε φλογέρα και έγραψε το πρώτο του βιβλίο με πατριωτικά ποιήματα.
Σε έξη μήνες και ενώ το σχολείο τελείωνε πήγε για να δώσει εξετάσεις. Αν έγραφε θα του χάριζαν τις απουσίες. Και έγραψε.
Βέβαια τα παιδιά του χωριού που ήταν στο γυμνάσιο, στις γιορτές που ήρθαν, τον βοήθησαν πολύ.
Πήγε έδωσε εξετάσεις και πέρασε.
Αυτό ήταν. Από τότε τα αδέλφια του νοιάστηκαν αφού μια χρονιά σχεδόν έλειπε και κατάφερε να περάσει θα τον βοηθήσουν.
Ένα παλιό δικό τους ρούχο, μια κονσέρβα γάλα, λίγο σταρένιο αλεύρι λίγες δραχμές.
Τελείωσε το γυμνάσιο, πήγε φαντάρος, τελείωσε και τη σχολή δημοσιογραφίας και έγινε ένας διακεκριμένος πολίτης.
Η γυναίκα που του έδινε ψωμί στην Παραμυθιά, ήταν η μάνα του Στέφανου του Σαράκη. Η πεθερά της Ιφιγένειας.
Με τόση φτώχεια, αυτά τα παιδιά, με τόσα βάσανα κατάφεραν να ανοίξουν τους δρόμους της ζωής τους. Και ήταν πάντα έτοιμοι για θυσίες.Άνοιγαν δρόμοι πολλοί τότε μπροστά τους. Ποιον θα ακολουθούσε ο κάθε ένας, ήταν δικός του λογαριασμός. Όλοι ‘ήθελαν να φύγουν, όλοι ήθελαν κάπου να παν. Σαν να μη τους χώραγε ο τόπος τους.
Ήταν όμως και το πάθος, να έρθουν στην Παραμυθιά από τα χωριά, από την Παραμυθιά να πάνε στα Γιάννενα, από τα Γιάννενα στην Αθήνα, στην Αυστραλία, στην Αμερική και την Ευρώπη. Να δουν κόσμους, να κυριέψουν κόσμους.
Για να σπουδάσουν τα παιδιά,οι μάνες έφερναν στην Παραμυθιά καλούδια για πούλημα.
Στην πλάτη τα έφερναν, ζαλικωμένες τα κουβάλαγαν από το Σαλονίκη, τη Ρίζα και τα χωριά της Σκάλας. Ξύλα, φουσκί, αυγά, κότες, μποστανικά.
Έτσι αυτοί που πήγαν κοντά, γύρισαν πίσω στα χωριά τους. Έμειναν σιακάτ΄ όσοι έφυγαν κατά τη θάλασσα. Κάποιοι γύρισαν πίσω στα χωριά τους, για να φύγουν σε λίγο οι νέοι, και να μείνουν μαυροφορεμένες οι γυναίκες σαν κουκουβάγιες, να μοιρολογάν τη μοίρα τους τη μαύρη. Χωρίς άντρες χρόνια, χωρίς δικό τους κουμάντο, κάτω από μια σκληρή πεθερά πέρασαν τα χρόνια τους. Και τώρα έμειναν να περιμένουν τα Καλοκαίρια και τις Πασχαλιές να δουν στο σπίτι τους τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Και ως να έρθουν να φύγουν και να μείνουν πίσω με τον πόνο στα χουλιάρι της καρδιάς.
Και αν τους έλεγαν να πάνε στα ξένα ακόμω και στην Αθήνα, δεν ήθελαν, πως θα ζήσουν χωρίς αέρα στην Αθήνα, χωρίς κήπο, χωρίς τα   τους. Πως θα ζήσουν χωρίς τη ρόκα τους, χωρίς να ακούν τον κότσυφα να λαλάει, τον κούκο να φέρνει την Άνοιξη, την κουκουβάγια να φέρνει το θάνατο, πως θα ζήσουν χωρίς να ακούν το αηδόνι και την καρδερίνα;Εδώ θα πεθάνουν οι γέροι, κουράσθηκαν, είναι πολλά τα χρόνια κι ας περάσαν γρήγορα.

Του Χρήστου Θωμά
(Από το αρχείο της Αλεξάνδρας  Παυλίδου - Θωμά).

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

«H ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΙΣΗ ΚΑΙ ΙΣΟΤΙΜΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΡΑ».Ένα άρθρο για την "ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ" του Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 
 (Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη,  Επιτ. Δικηγόρου και Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών)

Την  όγδοη μέρα του Μάρτη,  μέρα της Άνοιξης γιορτάζουν όλες οι γυναίκες  της οικουμένης. Μια ανεξόφλητη παγκόσμια οφειλή, του μισού πληθυσμού της, στο άλλο μισό. Όμως τι άραγε  γιορτάζουν; Την ανεξαρτησία τους; την ισότιμη αντιμετώπισή της; την αναγνώριση  των δικαιωμάτων της ;
Βέβαια η  γυναίκα  του σήμερα δεν είναι η γυναίκα του χτες, έχει όμως πολύ  δρόμο να διανύσει  ακόμη. Δημιουργήθηκε  από το Θεό κατά τη Γραφή ,από μία  πλευρά του άνδρα  για να τον συμπληρώσει, γιατί, «ου καλόν είναι τον άνδρα μόνον, ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν…»,  να είναι  στο πλευρό του, συνεργάτης, σύντροφος, βοηθός  και συνδημιουργός.
Δυστυχώς δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι και σήμερα  υπάρχουν γυναίκες που κακοποιούνται, αποτελούν αντικείμενο  εκμετάλλευσης  ακόμη και αγοραπωλησίας.
Η σημερινή  γιορτή  καθιερώθηκε για να θυμίζει τις υποχρεώσεις  όλων μας  απέναντι στη γυναίκα. Να θυμίζει ,το σεβασμό και την αγάπη  που οφείλουμε όλοι  στο πρόσωπό της   και τη στάση μας  ως  κοινωνία για τη δικαίωση των αγώνων της ,για  ισότιμη αντιμετώπιση της.
Βέβαια η γυναίκα δίνει καθημερινά το παρών της   και αξιώνει την ανάλογη τιμή  όλες τις μέρες του χρόνου.
Ας γιορτάσουμε λοιπόν  κι εμείς μαζί της, τις κατακτήσεις της, ας χαρούμε μαζί της τις επιτυχίες της ,ας αγωνιστούμε μαζί της για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της και ας σταθούμε δίπλα  σ’ όλες   τις καταπιεσμένες γυναίκες του κόσμου.
Ας γιορτάσουμε τη Γυναίκα Μητέρα, τη Γυναίκα σύντροφο, τη Γυναίκα  αδελφή, τη Γυναίκα  κόρη, τη Γυναίκα εγγονή, τη Γυναίκα  ερωμένη, τη Γυναίκα σύμβολο. Ας τη γιορτάσουμε  Μητέρα, την πιο γλυκιά μορφή της οικουμένης, του σύμπαντος κόσμου. Ας τη γιορτάσουμε  σύντροφο, συνοδοιπόρο της ζωής, συμμέτοχο της χαράς και της λύπης συνδημιουργό της ζωής.
Ας τη γιορτάσουμε  αδελφή, του ονείρου, της αναζήτησης, της εχεμύθειας, των μυστικών της εφηβείας.
Ας τη γιορτάσουμε  φίλη, τις ώρες του πόνου της χαράς και του έρωτα.
Ας τη γιορτάσουμε   κόρη, μικρή αγαπημένη, κρυφή απαντοχή,  και της ζωής συνέχεια.
Ας τη γιορτάσουμε εγγονή απαντοχή των γηρατειών μας  συνέχεια της ύπαρξης μας. Ας τη γιορτάσουμε  ερωμένη, ιέρεια του πάθους, του πόθου, της χαράς και της λύτρωσης.
Η Γυναίκα  αποτελεί ένα μύθο και  ένα σύμβολο.
 Είναι η τροφός των γενεών.
Ανέδειξε Μύστες, Ήρωες, Επιστήμονες, Στρατηλάτες, Ηγέτες της προόδου, της Ειρήνης και της Ευημερίας.
Η γυναίκα υπήρξε  και παραμένει το στήριγμα για κάθε  μεγάλο άντρα  πίσω από τον οποίο θα τη βρούμε πάντα, αλλά και για κάθε ταπεινό εργάτη.
Ας γιορτάσουμε τις γυναίκες που έγιναν φωτεινά
Σύμβολα, στη διαδρομή των αιώνων και ας δώσουμε επί τέλους στη Γυναίκα  τη θέση που της αρμόζει μακριά από ποσοστώσεις και μικρόψυχα μερίδια  στα κέντρα εξουσίας.
H γυναίκα είναι και πρέπει να παραμείνει ίση και ισότιμη δίπλα στον άντρα.
Να μην αποτελεί το φύλο της αιτία κοινωνικού ή πολιτικού αποκλεισμού της.
Στη σημερινή μέρα της γιορτής της, νοιώθω την ανάγκη να της απευθύνω ένα  εγκάρδιο χαιρετισμό με τα λόγια του Εθνικού μας ποιητή Κωστή Παλαμά:

         « Χαίρε, , Γυναίκα Εσύ, Αθηνά ,Μαρία Ελένη, Εύα.
          Να η ώρα σου. Τα ωραία φτερά δοκίμασε και ανέβα
          Καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα
          Προς τη μελλούμενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα
          Κι ετοίμασε τη νέα ζωή, μιας νέας χαράς υφάντρα
          Κι ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα
          Και πλάσε την πρωτόπλαστη, ω Αγάπη εσύ αρμονία
          Εσύ Ομορφιά, Σοφία εσύ Πειθώ και Παρθενία».


Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

«Ακυβέρνητο όνειρο…» στίχοι της Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη


 Αποτέλεσμα εικόνας για Πολύμνιας.
Ακυβέρνητο όνειρο…

Συνέλλεξα λέξεις. Έγχρωμες πινελιές.
Κάποιες είχαν ονόματα πεζά
κι άλλες ποιητικότερα κι από τα ποιήματα.
Τις έστησα στη σειρά
σαν στρατιωτάκια σε παρέλαση.
Ανθρωπάκια εργατικά...Αγάπες  μοναδικές....
Σαν αυτές που ξέρουν να περιμένουν.

Τα χέρια ψάχνουν άσβεστη  γραφή.  
Να μ’ αγαπάς! Αν ερχόσουν ελεύθερο
ορθρινό  μου ανάβλεμμα,
στο άλμα του ποιητή  θα είναι η γνώση μας!

θαλερό το αντάμωμα… Τα μάτια νυστέρι
του Έρωτα κι ακυβέρνητο όνειρο
η ελληνική ψυχή.
Πρώτη αιτία, οι στίχοι και μερικά μυστικά
ξεδίψασμα  με λιγοστό νεράκι.

Η αποδόμηση της απελπισίας είναι ζυγός αριθμός...
διαθλάσεις  στη μικρή διαλογιστική κερένια φλόγα..
θολά τοπία, του έρωτα πρόσωπα..

Με μουσική φλογέρας... Πόσο φως!
Ομολογίες  κι απανθισμένη χρήση επιρρημάτων.
Μια σκηνή μαγική το σύννεφο... Με Πινελιές αφαιρετικές, 
στη στάμνα, στον καπετάν Ανδρέας, σε ρωμιοσύνης ιερά...
Φύλαξέ τα , αγαπημένη μου Ελλάς!
Στην αρχή ήταν το χάος... και οι σωτήριοι στίχοι της Πολύμνιας.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Μαρία Κολοβού Ρουμελιώτη